Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

ΟΝΕΙΡΑ

Μοιάζω με κάτι κυπαρίσσια
που παραμένουν ακίνητα.
Περιμένουν τον αέρα ν' ανασάνουν.
Τις νύχτες όταν φυσά τους φέρνει
τους ψιθύρους των κυμάτων,
του φλοίσβου το τραγούδι,
τ' αρώματα της θάλασσας.
Εκείνα ονειρεύονται ταξίδια,
μπάρκα μακρινά και πειρατές.
Κουρσάρους που διαγούμισαν
πελάγη και νησιά ονειρεύονται.
Κοντραμπατζήδες και κοντραμπάντα.
Σαν ξημερώνει σκέπτονται
ότι ίσως μετά θάνατον
γίνουν κατάρτια με πανιά,
κι έτσι γυρίσουν τα πελάγη.
Γι αυτό υπομένουν την ακινησία τους

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

ΘΑ ΜΕΓΑΛΩΝΑΜΕ ΛΕΕΙ ΜΑΖΙ...

Θεσσαλονίκη νύχτα βροχής.
Ταιριάζει στην πόλη ο καιρός.
Ίσως και στη δική μου διάθεση.
Στέκω στη στάση, περιμένω το 3
(Νέος Σιδηροδρομικός Σταθμός – ΙΚΕΑ).
Νύχτα βροχής και στάζει
το σκέπαστρο μια θλίψη υγρή.
Διαβάτες περνούν βιαστικοί.
Τα τακούνια τους πληγώνουν
την ερημιά της νύχτας.
Διαβάτες και φώτα του νέον.

Σε θυμάμαι
με κείνη τη γραμμή στα χείλη
να κόβει στα δυο το χαμόγελό σου
και την πίκρα της βροχής
στα δειλινά σου τα μάτια.
Τώρα το καλοκαίρι
και τα χρόνια της αθωότητας
ανάμνηση μακρινή
που αφήνει μια οσμή
σάπια τριαντάφυλλα
και μια γεύση πικρή.

Θα μεγαλώναμε λέει μαζί...
ίσως και να γερνούσαμε
αν δεν προλάβαινε ο χρόνος
κι η φθορά.

Ήρθε το λεωφορείο.
Πρέπει ν' ανέβω

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Ένας γέρος στα Κύθηρα

Τη χώρα μου την περιβρέχει η θάλασσα
και απαντέχει άγριους δύσκολους καιρούς
έχει κατοίκους Ναυτικούς.
Για έναν τέτοιο θα σας πω
τον πρόγονο που ακολουθώ,
μαζί γυρνάμε θάλασσες
και τραγουδάμε Μάγισσες
και έρωτες περαστικούς
που ζήσαμε στους Τροπικούς

Μια μέρα του χειμώνα κρύα
βγήκε πρωί στην παραλία
και βρήκε κάτι μαγικό
που ήτανε μοναδικό
Στα Κύθηρα στα Επτάνησα
είχε ξεβράσει η θάλασσα
στην άμμο,κάτω στην ακτή
του Οδυσσέα το σκαρί
εκείνος σαν το ναύτη
μελέταγε το χάρτη
έψαχνε τόπους μακρινούς
που δε χωρά ανθρώπου νους

Είχε γεράσει τώρα πια
δεν τόνε ‘θελαν στα σκαριά
ας είχε οργώσει τους γιαλούς
σε περασμένους πια καιρούς.
Κάθεται πια στην παραλία
μόνος και χαζεύει πλοία
στα παιδιά λέει ιστορίες
κοντραμπάντα,πειρατείες

Έχει απομείνει πια στο χτες
κι αναθιβάλει Πειρατές
θάλασσες που είναι μακριά
και στα Κανάρια νησιά,
θυμάται μιαν αγαπημένη
που απ’το μυαλό δε σβαίνει
τα μάτια τρέχουν αναμνήσεις
στο ντόκο θα τον συναντήσεις
στο λιμάνι ως να 'ρθει το καράβι
πες του Ιστορίες να σου κάνει
το όνομα του είναι Οδυσσέας
παππούς του ήταν ο Ορφέας
γι αυτό γύρισε τα πελάγη
με λύρα και με κανοκιάλι,
«είδε ανθρώπων άστεα και συνήθειες»
ξέφυγε από Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες
τον ξέβρασε η θάλασσα ένα πρωί
στην άμμο σαν το γέρικο σκαρί.
Μονάχος τώρα περιμένει τον Αίδη
για το μεγάλο του στερνό ταξίδι

Θέλει ξανά την Καλυψώ να βρει
ξανά να ζήσει την παλιά ζωή
μαζί με τους συντρόφους θέλει
να πιει κρασί από τ' αμπέλι
και μια μικρή απ' την Ταγγέρη
μαργιόλα να χορέψει τσιφτετέλι
κι εκεί στα νυφικά τα δώματα
επάνω στα λευκά παπλώματα
τη Ναυσικά ερωτικά να ρίξει
όπως παλιά μ’ αυτή να σμίξει,
και να του φύγει απ’ το μυαλό
αυτός ο μαύρος ο καιρός
που ζούνε τώρα οι ανθρώποι
αφού στενέψανε οι τόποι.

Έτσι στο καπηλειό μονάχος,
όπως της θάλασσας ο βράχος
αντέχει θάλασσες και κύματα
αγιάστηκε μέσα στα κρίματα.
Αν τον συναντήσεις κάποια μέρα
κέρνα τον ούζο και σαρδέλα
ζήτα του να σου πει τις ιστορίες
μπάρκα κοντραμπάντα συμμορίες
των Πειρατών και των Κοντραμπατζήδων
και από τα νησιά των Εσπερίδων
θα πας ταξίδια μακρινά
θα βρεις σεντούκια μαγικά
θα φύγεις και θα προσπεράσεις
ποτέ όμως δε θα ξεχάσεις
αυτόν το γέρο ναύτη τον ασίκη
που δεν τον χόρτασε γυναίκα, σπίτι

Τη χώρα μου τη περιβρέχει η θάλασσα
και απαντέχει άγριους δύσκολους καιρούς
έχει κατοίκους Ναυτικούς
στη θάλασσα τραβούν μοιραία
απόγονοι είναι του Οδυσσέα
στη θάλασσα θα συναντήσεις
ανθρώπους που θα αγαπήσεις.

marinero

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

ΩΔΗ ΣΤΟ ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΒΒΑΔΙΑ

Προσμένεις χρόνια τη στεριά να ζαλιστείς
κόντρα στο κύμα, κόντρα στους θανάτους
μα εγώ κρατώ για σένα χώρο να πνιγείς
σε άδεια σπίτια μέσα σ' άδειους τάφους.

Την Αϊτή και του Γκογκέν τα μαύρα τα νερά,
γυμνές γυναίκες, παπαγάλους και καρύδες
ψάχνεις να βρεις, τους κάβους του Ανγκορά
με το σκαρί μπαταρισμένο στις Εβρίδες

Μόνος,
ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά
ο Φεντερίκο ξαποσταίνει στην Αρένα
κιθάρες ξενυχτούν, σπασμένα τα κλειδιά
κεριά ανάβουν Ιδαλγοί στη Μακαρένα.
Αχ Φεντερίκο Λόρκα, Νίκο Καββαδία
μέσα σε νύχτες τραγουδάω σκοτεινές
του έρωτά μου σκοτεινή μαύρη βεντάλια
σ' αυτή βουλιάζω καρτερώντας τις στεριές.

*Το στιχούργημα αυτό διακρίθηκε στον 2ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Βέροιας

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

Μια νύχτα που τριγύριζα στους δρόμους
ήρθε μπροστά μου με φανάρι ο Διογένης
Μου είπε ακόμα ψάχνω να βρω ανθρώπους
κι εσύ μιλάς για μοναξιά κι αργοπεθαίνεις,
σε μια πατρίδα και μια πόλη που κοιμάται.
Έκανε κρύο και φυσούσε απ’ το Βαρδάρη
λόγια που ο αέρας πήρε πια δεν τα θυμάσαι
τρεμόπαιζε κι η φλόγα στο παλιό φανάρι

Κι εγώ που ακόμα προσπαθώ να αξιωθώ
ένα σου χάδι, ένα βλέμμα, λίγη αγάπη,
πήρα ξοπίσω τον παππούλη να σωθώ
από της μοίρας της κακής μου το αδράχτι
Όμως από τη μοίρα του κανένας δεν ξεφεύγει.
Στην άκρη του ορίζοντα ξημέρωνε η μέρα
άρχισε να φωτίζεται ο ουρανός, να φέγγει
κι εσύ λυπόσουν να μου πεις μια καλημέρα

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

ΜΟΝΟ Η ΕΛΠΙΔΑ

Κρατήσαμε μια ρότα που περνάει
Από της νύχτας το πηχτό σκοτάδι
Αφήσαμε την τύχη να μας πάει
ταξίδι που την άβυσσο ακουμπάει.

Όμως τα όνειρα μας κάναμε σχεδία
δεν μας τρομάζει εμάς η τρικυμία
ούτε ο σάλος κι ο αέρας που φυσάει
ούτε ο χάρος τη ζωή μας που ζητάει

Ίσια τιμόνι στου ορίζοντα την άκρη
κανείς δεν ξέρει το ταξίδι που μας πάει
από βραδύς βοριάς επήρε να φυσάει
απ τις στεριές στης θάλασσας τα πλάτη

Πορεία σταθερή. Για το χαμό μας;
ή μήπως για μιαν άλλη αμφιβολία;
Όλα στον κόσμο μοιάζουνε τα ίδια
μόνο η ελπίδα σταθερή πατρίδα

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

ΕΡΩΤΙΚΟ

Μικρό μελαχρινό μου
και τζιβαέρι μου
της θάλασσας λουλούδι
πεφταστέρι μου

Σε γύρεψα στο Αιγαίο
στην άσπρη θάλασσα
στου έρωτα τα ξάρτια
για σε λαχτάρισα

Φουρτούνα η αγάπη
πα στο κορμάκι σου
με σβήνει και με τρώει
το σαράκι σου

Γυρίζω στα πελάγη
και θαλασσώνομαι
ο έρωτας με τρώει
αποτελειώνομαι