Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Γύρισες απ' τη ξενιτιά
στην Έδεσσα και πάλι,
κι είναι η χαρά σου άφατη,
στο “νόστιμον το ήμαρ”*.

Βλέπεις την πόλη σου ξανά
μέσα στις πρασινάδες,
με τα ποτάμια τα πολλά
και τα νερά που τρέχουν,
ποτάμια φιδογύριστα
και πλάτανοι πανώριοι
και καταρράκτες ξεδιψούν
το λόγγο με τα δέντρα.

Βλέπεις και το σπιτάκι σου,
με τους λευκούς του τοίχους,
κλεισμένα τα παράθυρα,
κλεισμένη και η πόρτα,
ξερή και η μικρή αυλή,
που φύτευε ο Γέρος σου
και ήτανε την Άνοιξη
χαρά να την ε βλέπεις,
με τα λουλούδια τα πολλά,
με μυρωδιές και χρώματα,
και με πουλιά χιλιάδες.

Marinero




*Οδύσσεια: α, στίχος 9ος
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.
κι αὐτὸς τοὺς πῆρε τὴ γλυκειὰ τοῦ γυρισμοῦ τους μέρα.




Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΣ


Βγήκες σεργιάνι μια νυχτιά
που σβήνανε τ' αστέρια
και το φεγγάρι το χλωμό
το φως του είχε σβήσει.
Μονάχα ο ασβέστης φώτιζε
το έρημο δρομάκι
κι αντιλαλούν τα βήματα
στο άδειο καλντερίμι.
Μαύρη η ώρα της νυχτιάς
μεσάνυχτα σημαίνει,
το νυχτοπούλι π' αγρυπνά
στο δέντρο της αυλής της
κι εσύ ζητάς τα χνάρια της,
το αποτύπωμά της
κι ας έφυγε στην ξενιτιά
και σ' άφησε μονάχο,
να τριγυρνάς σαν το στοιχειό,
έρημος στρατολάτης,
και τροβαδούρος του καημού
να λες πικρά τραγούδια.
Τραγούδια για την μοναξιά,
τα άπονα τα ξένα,
που πήραν την αγάπη σου
κι απόμεινες μονάχος.

Marinero

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΠΛΑΚΙΩΤΙΣΣΑ


Σε ένα στενοσόκακο,
στα χαμηλά τα σπίτια,
επάνω στ' Αναφιώτικα
με τα βασιλικά τους
και τ' όμορφα κορίτσια τους,
βγήκα να περπατήσω.
Εκεί ανταμώνω μια μικρή
Πλακιώτισσα ομορφούλα,
που 'κανε την καρδούλα μου
να σπάσει, να ματώσει.
Τα κόκκινα χειλάκια της,
τα μαύρα της τα μάτια
κι η λυγερή κορμοστασιά,
που ελαφίνας μοιάζει,
με σαϊτιές λαβώσανε
τη δόλια την καρδιά μου.
Κι όσο κι αν πέρασε καιρός
κι αν πέρασαν τα χρόνια,
ακόμα τηνε σκέπτομαι,
ακόμα τη ζητάω
κι ούτε μπορώ να ξεχαστώ
όσο κρασί κι αν πίνω,
μήτε στιγμή δε λησμονώ
τα όμορφά της μάτια.
Έτσι γυρίζω στα στενά
και τραγουδώ τον πόνο
και της αγάπης τον καημό
που μου 'βαλε στα στήθια.

Marinero

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

ΣΚΛΑΒΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Όλο λες δεν θ' αγαπήσω
κι όλο πίσω τριγυρνάς,
πεταλούδα με τη φλόγα
το κεφάλι σου θα φας..

Ο έρωτας που σ' έχει κάψει,
την καρδούλα σου κρατά,
αχ μικρό μου κοριτσάκι,
στο χαμό σου μην τραβάς.

Κράτα μακριά από σένα
του έρωτα τη σαϊτιά,
μη μαδάς τη μαργαρίτα
και κανείς δεν σ' αγαπά.

Όλο λες δεν θ' αγαπήσω
και τον έρωτα ζητάς,
σκλαβωμένη σε κρατάει
της αγάπης ο σεβντάς.

Marinero

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

ΖΩΗ ΠΟΥ ΈΧΕΙ ΧΑΘΕΙ


Σαν μια στιγμή, σαν αστραπή
πέρασες απ τον κόσμο,
μια αστραπή, μία στιγμή,
που εσύ είπες ζωή
κι άφησες πίσω ένα κενό
και μια σκιά μονάχα
στον άνεμο που πέρασε,
όπως κι εσύ ριπή.
Κι ύστερα χάθηκες, σιωπή
στους έρημους τους δρόμους
κι ένας λυγμός νυχτερινός
που σπάει τη σιγή.
Ήσουν σαν φως που έσβησε,
ποτάμι που ξεράθηκε,
λουλούδι που μαράθηκε,
ζωή που έχει χαθεί.
Marinero

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

ΛΥΠΗΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ


Στη μουσική τα υγρά σου μάτια
και στα τραγούδια βλέμμα σκοτεινό,
φέρνει ο αγέρας στο μυαλό σου τις φωνές
αυτών που αγάπησες και φύγαν
στο έρημο, το βραδινό στενό.
Στη μουσική, στα σκοτεινά τραγούδια
και στης Σεράχ* το ντέρτι το κρυφό,
στης Μισιρλούς* το καρδιοχτύπι
και στου Τσιτσάνη το τραγούδι το πικρό.
Αυτή η νύχτα μένει”* μόνο τώρα,
με το σαράκι της ψυχής σου στο σκοπό,
και στη φωνή του μπουζουκιού που κλαίει
με καμηλιέρικο ρυθμό, λυπητερό.

*Τίτλοι τραγουδιών

Marinero

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΤΑΒΕΡΝΑΣ


Μες την ταβέρνα του Κωστή
τα βράδια συναντιόνται
οι φίλοι, και τον πόνο τους
μες το κρασί τον πνίγουν,
με μια κιθάρα, ένα τζουρά
και λαϊκά τραγούδια.
Τραγούδια που χουν το λυγμό
και τη χαρά αντάμα,
τραγούδια που μιλούσανε
για έρωτες, για μπάρκα,
για την κακούργα ξενιτιά
που παλικάρια κλέβει,
για την καρδιά της άπιστης
που τις καρδιές πληγώνει.
Κι όπως κυλάει η βραδιά
και φεύγουν τα ποτήρια,
φεύγει και ο πικρός καημός
στα στήθη που φωλιάζει.
Φεύγει κι ελευθερώνεται
και η καρδιά η δόλια
που δεν αντέχει τους καημούς
και όλο είναι ματωμένη,
από τη μαύρη τη ζωή,
τη φτώχεια, την ορφάνια
και την κακούργα θάλασσα
που πνίγει τους λεβέντες
κι αφήνει αρραβωνιαστικιές
να λιώνουνε στο κλάμα
κι αφήνει μάνες κι ορφανά
κι όλο φουρτούνα κάνει.

Marinero