Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΑΙΣΙΟΝ ΤΕΛΟΣ


Ήτο ημέρα ΄με λιακάδα,
μια χαρμόσυνος ημέρα,
όπου έπαιζαν βιολιά,
και λαλούσε η φλογέρα.
Ήτο η φύσις με λουλούδια
και τα σπίτια χαμηλά
(μα είχε ολίγα τα μυαλά)
η μικρή η κορασίς,
που έπαιζε μ ένα τόπι,
δεν επήρε σοβαρά
έναν σάτυρο και γέρο
που την πήρε στο κατόπι.
Την εστρίμωξεν ο γέρον
εις τον τοίχον μιαν ημέραν
κι η μικρή η κορασίς,
ανεφώνησεν “μητέρα”
ούτος ο κακός ο γέρον
θέλει απ΄εμέ αγάπην,
(δεν πηγαίνει στον γιατρό
να του γράψει κάνα χάπι).
Βγήκε η μήτηρ εις την θύραν
μόλις ήκουσεν φωνάς
και κραδαίνουσα το πλάστην,
(έξαλλη ωσάν μαινάς)
όρμησεν έξω εις τας ρίμας
κράζουσα “παλιάνθρωπε,
άφησε τας κορασίδας
και δεν είναι δι εσέ
και δια τα δικά σου δόντια,
εσύ θέλεις σιτεμένη
και καμία ζωντοχήρα
κι όχι τούτα τα μικρά
που χουν τα μισά σου χρόνια”.
Εφοβήθηκεν ο γέρον
μα εσκέφθη και τα λόγια
κι αποφάσισεν να εύρη
μια εις τα δικά του χρόνια.
Γλυκοκοίταξε την γραία
(ήτο στα δικά του έτη)
αγοράζει δακτυλίδι
κάνουν αύθις μουχαμπέτι.
Κι έτσι γλύτωσε η κόρη
από την κακήν στιγμήν
κι εσυνέχισεν με τόπι
να τρεχοβολά η τρελή.

Marinero

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

ΕΙΠΑ ΘΑ ΦΥΓΩ


Είπα θα φύγω
πρωία με πλοίο,
δεν θα γυρίσω
οπίσω ξανά.
Θα φύγω τελείως,
μη γίνω γελοίος,
αφού σ΄ερωτεύθην
μικρή μου Νανά.

Marinero

Κι ένα στιχούργημα με φιλοπαίγμονα διάθεση.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΟΝ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗ


Νύχτα βροχή και στεναγμός,
κλειστά τα παραθύρια,
κλειστοί οι δρόμοι, τα στενά,
κομμένα τα γεφύρια.
Κλειστή κι η δόλια σου καρδιά
δεν έχει πια παρηγοριά,
μήτε τραγούδι τον καημό,
τον στεναγμό να σβήσει
μήτε και άνθρωπο δικό
στον ώμο του να γύρεις.
Μόνο η Φραγκοσυριανή
που ακούγεται από πέρα,
του Βαμβακάρη ο καημός
και το καραντουζένι,
σου δίνουνε παρηγοριά
και λόγο ν΄ανασαίνεις.

Νύχτα βροχή και στεναγμός,
κλειστά τα παραθύρια,
κλειστοί οι δρόμοι, τα στενά,
κομμένα τα γεφύρια.
Μ΄ανοίγουν δρόμοι και καρδιά,
ανοίγουν παραθύρια,
για να περάσει η γλυκιά
της νύχτας μελωδία,
για να περάσει ο μανές
του μπουζουκιού σου δάσκαλε,
οι πόνοι να γινούν χαρές
και να μυρίσει κατιφές.

Marinero

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Γύρισες απ' τη ξενιτιά
στην Έδεσσα και πάλι,
κι είναι η χαρά σου άφατη,
στο “νόστιμον το ήμαρ”*.

Βλέπεις την πόλη σου ξανά
μέσα στις πρασινάδες,
με τα ποτάμια τα πολλά
και τα νερά που τρέχουν,
ποτάμια φιδογύριστα
και πλάτανοι πανώριοι
και καταρράκτες ξεδιψούν
το λόγγο με τα δέντρα.

Βλέπεις και το σπιτάκι σου,
με τους λευκούς του τοίχους,
κλεισμένα τα παράθυρα,
κλεισμένη και η πόρτα,
ξερή και η μικρή αυλή,
που φύτευε ο Γέρος σου
και ήτανε την Άνοιξη
χαρά να την ε βλέπεις,
με τα λουλούδια τα πολλά,
με μυρωδιές και χρώματα,
και με πουλιά χιλιάδες.

Marinero




*Οδύσσεια: α, στίχος 9ος
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.
κι αὐτὸς τοὺς πῆρε τὴ γλυκειὰ τοῦ γυρισμοῦ τους μέρα.




Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΣ


Βγήκες σεργιάνι μια νυχτιά
που σβήνανε τ' αστέρια
και το φεγγάρι το χλωμό
το φως του είχε σβήσει.
Μονάχα ο ασβέστης φώτιζε
το έρημο δρομάκι
κι αντιλαλούν τα βήματα
στο άδειο καλντερίμι.
Μαύρη η ώρα της νυχτιάς
μεσάνυχτα σημαίνει,
το νυχτοπούλι π' αγρυπνά
στο δέντρο της αυλής της
κι εσύ ζητάς τα χνάρια της,
το αποτύπωμά της
κι ας έφυγε στην ξενιτιά
και σ' άφησε μονάχο,
να τριγυρνάς σαν το στοιχειό,
έρημος στρατολάτης,
και τροβαδούρος του καημού
να λες πικρά τραγούδια.
Τραγούδια για την μοναξιά,
τα άπονα τα ξένα,
που πήραν την αγάπη σου
κι απόμεινες μονάχος.

Marinero

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΠΛΑΚΙΩΤΙΣΣΑ


Σε ένα στενοσόκακο,
στα χαμηλά τα σπίτια,
επάνω στ' Αναφιώτικα
με τα βασιλικά τους
και τ' όμορφα κορίτσια τους,
βγήκα να περπατήσω.
Εκεί ανταμώνω μια μικρή
Πλακιώτισσα ομορφούλα,
που 'κανε την καρδούλα μου
να σπάσει, να ματώσει.
Τα κόκκινα χειλάκια της,
τα μαύρα της τα μάτια
κι η λυγερή κορμοστασιά,
που ελαφίνας μοιάζει,
με σαϊτιές λαβώσανε
τη δόλια την καρδιά μου.
Κι όσο κι αν πέρασε καιρός
κι αν πέρασαν τα χρόνια,
ακόμα τηνε σκέπτομαι,
ακόμα τη ζητάω
κι ούτε μπορώ να ξεχαστώ
όσο κρασί κι αν πίνω,
μήτε στιγμή δε λησμονώ
τα όμορφά της μάτια.
Έτσι γυρίζω στα στενά
και τραγουδώ τον πόνο
και της αγάπης τον καημό
που μου 'βαλε στα στήθια.

Marinero

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

ΣΚΛΑΒΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Όλο λες δεν θ' αγαπήσω
κι όλο πίσω τριγυρνάς,
πεταλούδα με τη φλόγα
το κεφάλι σου θα φας..

Ο έρωτας που σ' έχει κάψει,
την καρδούλα σου κρατά,
αχ μικρό μου κοριτσάκι,
στο χαμό σου μην τραβάς.

Κράτα μακριά από σένα
του έρωτα τη σαϊτιά,
μη μαδάς τη μαργαρίτα
και κανείς δεν σ' αγαπά.

Όλο λες δεν θ' αγαπήσω
και τον έρωτα ζητάς,
σκλαβωμένη σε κρατάει
της αγάπης ο σεβντάς.

Marinero