Δευτέρα 18 Μαΐου 2020

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ «ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ»



Είναι που ο Κορωνοϊός ανέδειξε προβλήματα;
Είναι που η κλεισούρα μας, χαζούς μας έχει κάνει;
Είναι που τα σενάρια συνωμοσίας πληθαίνουν
και βγαίνουνε διάφοροι και γράφουν ό,τι θέλουν;
Ή είναι όλα αυτά μαζί και χάσαμε τη μπάλα
και πάμε για το ανάθεμα, πιστοί κι άπιστοι αντάμα.

Marinero

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΠΡΩΪΝΟ ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ ΠΟΛΗ




Ήτανε Κυριακή πρωΐ, στις έντεκα και κάτι,
στο πάρκο μαζευτήκανε τρεις, τέσσερεις νομάτοι
και λέγαν πως ανθρωπιστές είναι και πως λυπούνται
τους μετανάστες που ήρθανε, στο σπίτι μας να μπούνε,
ακάλεστοι. Δεν θέλαμε να μαζευτούνε κι άλλοι,
γι’ αυτό τους δρόμους κλείσανε και σήκωσαν κεφάλι,
στης Παναγίτσας το χωριό, στης Άρνισσας τη λίμνη,
και ο  ντόρος τους ακούστηκε ως και την Μυτιλήνη.
Αμέσως ξεσηκώθηκαν ΜΜΕ και ΜΚΟ
συλλήβδην κατηγόρησαν κι ανθρώπους και χωριό,
πως δεν είναι φιλάνθρωποι, μα ακροδεξιοί,
φασίστες και απάνθρωποι, βδελύγματα της γης.
Μα όμως φίλοι μου καλοί, αυτό το έχουμε πει,
πως όποιος την Πατρίδα του την αγαπά και θέλει,
στο σπίτι και στην Πόλη του κουμάντο αυτός να κάνει,
όχι γιατί είναι απάνθρωπος,  μα για δεν είναι βλάκας,
κρατά τα σύνορα κλειστά, μα την καρδιά του ανοιχτή
και βοηθάει στη χώρα τους να παραμείνουν οι Λαοί.
Χωρίς πολέμους και φωτιά, χωρίς αποδιωγμένους,
Στις πατρικές εστίες τους γερούς κι ευτυχισμένους.
Φαΐ να έχουν τα παιδιά, φάρμακα και σχολεία,
δουλειές, να έχουν και λεφτά και όχι δυστυχία.
Αντί λοιπόν οι ΜΚΟ, ο Σόρος κι οι «ανθρωπιστές»
να μας γεμίζουν τα νησιά με λαθρομετανάστες,
στις χώρες τους για προκοπή να βάλουνε τις πλάτες.
Όσο για τους Αριστερούς, τους φίλους και συντρόφους,
για την Πατρίδα ας πάρουνε κάποια φορά τους δρόμους.

Marinero

Παρασκευή 15 Μαΐου 2020

ΈΝΑΣ ΓΕΡΟ ΝΑΥΤΗΣ



Σε καφενείο σκοτεινό
στο πέτρινο λιμάνι
καθόταν και αγνάντευε
μονάχος ένας γέρος.
Κι όλο θυμόταν θάλασσες,
πελάγη και ταξίδια,
ονειρευόταν μια μικρή
από τη Μυτιλήνη
και μια μικρή απ τα Κύθηρα
και μια απ το Μισίρι.
Τον ταξιδεύαν μουσικές,
τραγούδια του Τσιτσάνη,
του Βαμβακάρη ο σεβντάς,
κι ο έρωτας του πόντου.
Κι όλο τραβούσε στα ανοιχτά
ο νους του κι η ψυχή του,
κι όλο για μπάρκα έλεγε
και όλο για ταξίδια.
Μια μέρα που έβρεχε πολύ,
μια σκοτεινή ημέρα,
δε φάνηκε ο γέροντας
δεν ήρθε στη γωνιά του
και οι θαμώνες σκέφτηκαν
πως έφυγε ταξίδι.
Μα εκείνος μόνος έφυγε,
αγύριστο το μπάρκο.
Ταξίδι δίχως γυρισμό,
Σκαφίδι τα όνειρά του,
με καπετάνιο το σκληρό
τον άκαρδο το χάρο.
Κι ο κάπελας για συχωριά
άφησε ένα ποτήρι
γεμάτο κόκκινο κρασί
στη θέση που καθόταν
και όπως κρύο έκανε
και νότιζαν τα τζάμια
και πέφταν στάλες της βροχής
κι ο ουρανός θρηνούσε
ήταν σα να τον έκλαιγαν
οι φίλοι κι οι δικοί του.

Marinero