Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ



Σαν τι να τάξω βρε μικρό
στην Παναγιά, στην Τήνο,
να πέσεις στην αγκάλη μου,
άσπρο μικρό μου κρίνο.

Να τάξω τζοβαϊρικά;
να τάξω την υγειά μου;
μήπως τα μάτια μου τα δυο
να ρθεις στην αγκαλιά μου;

Αναρωτιέμαι και πονώ
κι άκρη να βρω γυρεύω,
χάνω και φρένα και μυαλό
δε νταγιαντώ και κλαίω.

Τον έρωτά σου αναζητώ,
ζητιάνος και ξενύχτης
κι αν δε μου πεις το ναι μικρό
σε φυλακή με ρίχνεις.

Σε φυλακή που έχτισαν
τα δυο γλυκά σου μάτια,
το ωραίο το κορμάκι σου
κι εγώ γυρνώ κομμάτια.

Marinero

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΗΜΟ ΣΟΥ



Σαν πρόβαλες απ’ τη γωνιά
κι είδα τα δυο σου μάτια,
τσακ έσπασε η καρδούλα μου
σαράντα δυο κομμάτια.

Τα βράδια πίνω τον καημό,
τα πρωϊνά φαρμάκια
κι όσο κι αν πίνω δε ξεχνώ
τα δυο γλυκά σου μάτια.

Και από τότε βρε μικρό,
μ’ έχεις φυλακισμένο,
απ’ τη ματιά σου να σωθώ
διόλου δεν καταφέρνω.

Τα βράδια πίνω τον καημό,
τα πρωϊνά φαρμάκια
κι όσο κι αν πίνω δε ξεχνώ
τα δυο γλυκά σου μάτια.

Θα κλάψει η μανούλα μου
που θα χαθώ μια μέρα,
θα έχεις κρίμα στην καρδιά
που θα χαθώ για εσένα

Marinero

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2020

ΤΟ ΣΤΗΣΙΜΟ



Βραδάκι την περίμενα,
μα πέρναγε η ώρα,
σκοτάδι γύρω έπεφτε
κι ανάβανε τα φώτα.

Είπα, θα ‘ρθει δε γίνεται,
στημένος είμαι απ’ τις επτά,
κοντεύει η ώρα εννιάμιση,
κλείσαν τα μαγαζιά.

Ίσως κάτι της έτυχε
κι άργησε να ‘ρθει
σαν ξεμπερδέψει θα φανεί
απ’ τη γωνιά εκεί.

Μα πήγε δέκα και μισή
κι η ώρα όλο τράχει,
πάλι στημένος έμεινα
κι εκείνη πέρα βρέχει.

Marinero