«Ασφυκτιώ» κραύγασε η λέξη Ελευθερία
και βγήκε έξω από τα τετράγωνα του σταυρολέξου.
Marinero
«Ασφυκτιώ» κραύγασε η λέξη Ελευθερία
και βγήκε έξω από τα τετράγωνα του σταυρολέξου.
Marinero
“Θα
μεταμορφωθώ σε πεταλούδα,
(σκέφτηκε το σκουλήκι)
δε θα σέρνομαι πια θα πετώ”.
Το άλλο πρωί πέταξε ψηλά,
θαυμάζοντας τα καινούρια φτερά.
Τη νύχτα κάηκε στη λάμπα ενός πορτατίφ.
Marinero
Βγήκε βιαστικός από το Bar το παγάκι έλειωνε
ναυαγισμένο στο μισοτελειωμένο whisky.
Ήταν η ώρα που σχολούσε απ’ τη δουλειά,
θα περνούσε (βιαστική οπτασία) για το σπίτι της.
Δεν ήθελε να χάσει τη στιγμή.
Τα μάτια του χόρταιναν στη θέα του κορμιού της.
Ύστερα ξαπλωμένος στο μονό του κρεβάτι,
ονειρεύονταν τις τέλειες καμπύλες του κορμιού της
κι αναζητούσε το στίγμα της στον ουρανό,
ανάμεσα στους αστερισμούς της Άρκτου και της Κασσιόπης.
Marinero