Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

ΠΑΡΕΠΙΔΗΜΩΝ ΝΑΥΤΗΣ

Απ' την μεριά της θάλασσας ήρθε.
Καλοκαιριάτικη νύχτα
δεμένος με μεταξένια κλωστή
και τα μαλλιά μιας γοργόνας
που βαρέθηκε την ερημία της θάλασσας
και την άδεια λευκότητα
των νησιών το χειμώνα
Τα μαλλιά του μοιάζανε φύκια
Το βλέμμα του έκρυβε κάτι απ' τον υγρό θυμό της
Η ανάσα του μύριζε θάλασσα και βοριά
Η νοσταλγία τον έκανε στρυφνό ακοινώνητο
Αγόρασε σπίτι ψηλά σ' ένα λόφο
Τις νύχτες της ξαστεριάς βγαίνει στο μπαλκόνι
μ' ένα αστρολάβο στα χέρια
και κατεβάζει τ' αστέρια
Με διπαράλληλο και κουμπάσο
χαράζει πορείες
Μετράει τις ταχύτητες των ανέμων
και τις διευθύνσεις τους
Ταξιδεύει με τον νου του πλησίστιο.
Αγναντεύει στου κάμπου την σκοτεινιά
(ίδια πελάγου)
τα χωριά που μοιάζουν νησιά
Ο περιφερειακός δρόμος
όπως οι μόλοι λιμανιών που επισκέφθηκε
Από τη Δύση τα βουνά
κατεβάζουν σπιλιάδες
Έχουν μαζί τους τη φωνή
και την μυρωδιά της θάλασσας
Όρντινα δίνει σ' ένα πλήρωμα αόρατο:
«Μόλα τον πλωριό».
«Πρώσο ηρέμα».
«Όλο δεξιά»
και σαλπάρει.
Ταξίδια τον πάει ο νους του
Επιστρέφει.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Μια μέρα εις την Αττικήν
εις κάποια παραλίαν
έκανε μπάνιο η Μαριώ
κι η θάλασσα ήτο κρύα.
Ο Γιάγκος της εφώναζε
- Καλέ Μαριώ πατώνεις;
Και κείνη του αποκρίθηκε
- Φοβείσαι και κρυώνεις
εντός του ύδατος να μπεις
να βρέξεις κα ‘να πόδι.
Μη μου περνιέσαι για Νταής
τρέμεις δια το χταπόδι

Διότι λησμονήσαμε
να πούμε ευθαρσώς
πως η Μαριώ είναι σουπιά
κι o Γιάγκος αστακός

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ένα τραγούδι στα χοχλάκια του γιαλού μέσα στη νύχτα. Τιποτ' άλλο.
Ένα όνομα χαραγμένο στην πέτρα ένα τραγούδι του νερού μονάχα
και της φωνής σου η μουσική ανάμεσα στα φύκια της ξέρας.
Ίσως και το σφύριγμα μιας σειρήνας στην ομίχλη του Θερμαϊκού
απομείναν στα αυτιά μου για να θυμίζουν το πέρασμα σου

Ένα τραγούδι που κατεβάζουν τα χαράκια κι οι Μαδάρες
με το δοξάρι μιας λύρας σε πεντοζάλη, ή μαλαβιζιώτικο
κι ένα σκοπό Μαυροθαλασσίτικο, λυπημένο, θρήνο της Κίρκης.
Ίσως αργήσαμε να ορίσουμε τη ζωή μας και τα τραγούδια μας,
αφήσαμε τον καιρό και τη μοίρα να κατευθύνουν τις μέρες μας

Μονάχη ανάμνηση από σένα, ένα τραγούδι θαλασσινό,
ένας θρήνος, ένας λυγμός, μια ανάσα λίγο πριν απ’ το θάνατο

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕ ΠΛΗΓΩΝΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ

Οι μικρές αχιβάδες ψιθυρίζουν το όνομα σου στην θάλασσα
και ο αέρας το φέρνει στα φυλλώματα του κήπου μου
Ψίθυροι και θροΐσματα τραγουδούν ένα τραγούδι θαλασσινό
όπως εκείνο που τραγουδούσε στο φεγγάρι το ναυτόπουλο
όταν καβατζάριζε τον Παγασητικό με ρότα την Θεσσαλονίκη.
Απόψε τ’ ακούω και θυμάμαι τα μάτια σου μες την ομίχλη
διόπτευση στο φανάρι της Γυάρου που ταύτισε το όνομα της
με τους στεναγμούς των κρατουμένων και τους λυγμούς των ναυαγών.

Αυτό που με πληγώνει περισσότερο, είναι που δεν εμπιστεύεσαι
τη λευκότητα των γλάρων και τις χορευτικές κινήσεις της φύκης
Μένεις μονάχη κι ακίνητη δίχως σκοπό και πορεία σαν πετρωμένη
ίδια ξέρα που το χειμέριο κύμα αποκαλύπτει την αχτένιστη κόμη της
ίδια όπως το ξενιτεμένο άγαλμα της θεάς δίχως χέρια μονάχο
στην γκριζοφωτισμένη από έναν αρρωστιάρικο ήλιο αίθουσα δίχως ελπίδες.

Τι θα μπορέσει θα χαράξει τη ρότα του γυρισμού σου;
Τι θα μπορέσει να κάμψει το πείσμα της φυγής σου;
Ποιες φωτογραφίες θα καλύψουν την απουσία σου;

Αυτό που με πληγώνει περισσότερο, είναι που δεν με πιστεύεις

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΣΑΛΑΜΙ ΑΕΡΟΣ

*Έρως, έρως (γιατί ριμάρεις με το σαλάμι αέρος);

Ο έρωτας χαλάει στο ψυγείο
και το σαλάμι αέρος όταν λήξει
Έχουνε και τα δυο μια θλίψη
ο έρως και το σαλάμι αέρος.
Τα δυο με ορισμένη λήξη
καταναλώστε τα ανυπερθέτως
Γίνονται επικίνδυνα βεβαίως
αν καταναλωθούν βραδέως
Ο έρως και το σαλάμι αέρος

* τίτλος κειμένου από το βιβλίο της Λένας Διβάνη «τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω» Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2009

ΤΙ ΤΑΧΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΩΣΕΙ;

Είπες θα φύγω ένα ταξίδι με καράβι
θα βρω άλλους ανθρώπους που δεν κλαίνε
στους Υπερβόρειους ή στους τροπικούς
σε θάλασσες όπου παγώνουν ή που καίνε
του Καββαδία στίχοι και τραγούδια
για συντροφιά μου θα ‘χω και βαγγέλιο
σειρήνες καραβιών παρηγοριά μου
και φώτα κόκκινα που σημαδεύουνε μπουρδέλο
τον κόσμο θα γυρίσω όπως ναύτης
απ’ τους συντρόφους του Οδυσσέα ή του Κολόμβου
και θα πεθάνω μια βραδιά που θα ‘χει ομίχλη
καθώς θα καβατζάρουμε τη Σαλονίκη

Τι να σου δώσει ο Καββαδίας και η Σαλονίκη;
Ο ένας θάφτηκε μακριά απ’ τις Ινδίες,
την άλλη δε φωτίζουν κόκκινα φανάρια,
μονάχα κατά τον Βαρδάρη
μικρά φωτάκια κόκκινα που τρεμοφέγγουν
κάτι φτωχά μπουρδέλα που ξεμείνανε.
Διόπτευση πως θες να πάρεις;
Σβηστό είναι το φανάρι στο Καραμπουρνού
και τιμονέβεις στα τυφλά μες την ομίχλη
που πέφτει η Χαλκιδική και που η Χαλκίδα;
Πως το τραγούδι των σειρήνων θα ξεχάσεις;
Της Ογυγίας το νησί τα μαγικά της Κίρκης
την αγκαλιά της Καλυψώς και τους συντρόφους
που ξέμειναν να τρων τα βόδια του Ήλιου
μαστέλα κόκκινο κρασί τσουγκρίζοντας
στο σκοτεινό το καπηλειό του Άδη
και ο Τσιτσάνης με τζουρά τους μέλπει τα τραγούδια

Τι τάχα να σου δώσει το ταξίδι;
Μέσα σε θάλασσες που χάσανε τη δόξα τους την πρώτη
και δεν σηκώνουν κύματα ούτε που φουρτουνιάζουν
μόνο πηχτές κι ασάλευτες σαν πεθαμένες
βρέχουνε τις ακτές χωρίς φλοίσβο και τραγούδι

Σπασμένο μπάρκο και μικρό τι τάχα να σου δώσει;

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΦΥΣΟΥΣΕ

Μια νύχτα που φυσούσε ο Βαρδάρης
σ’ ένα παγκάκι σε περίμενα Μαρία
έκανε κρύο το αγιάζι μ’ είχε σφίξει
κι εγώ δεν είχα άλλη ευκαιρία

Μια νύχτα στην πλατεία Ιπποδρομίου
αδέσποτα περνούσα τον καιρό μου
είχα ξεμείνει κι από φράγκα και αγάπη
ενέχυρο είχα δώσει το παλτό μου

Μια νύχτα περπατούσα μοναχός μου
και χάζευα τις φωτισμένες τις βιτρίνες
εσένα είχα στο μυαλό μου και γυρνούσα
πέρασαν από τότε που ‘χεις φύγει μήνες

Κρυώνω τις νυχτιές στη Σαλονίκη
εκτεθειμένος είμαι στο Βαρδάρη
δεν έχω φράγκο ούτε για το νοίκι
κι από νωρίς επήρε να φυσάει