Μ’ ένα μπελκάντο
σε θυμήθηκα Ματίνα.
Μονάχος ταξιδεύω,
ίδια διαδρομή
Θεσσαλονίκη Αθήνα
Στις ράγες το ταξίδι
μια ρουτίνα.
Σε πλαστικό καφές
στου τρένου την καντίνα.
Άραγε θα σε δω αυτό το μήνα;
Τρίτη 14 Απριλίου 2009
Τρίτη 31 Μαρτίου 2009
ΑΠΟΡΙΑ
Ακολουθούσα το θρόισμα του ανέμου
που φούσκωνε της φούστας σου το ιστίο
και ταξίδεψα στις αμμουδιές της αγάπης
σε μια θάλασσα όρκων και στεναγμών.
Σε κοιτούσα δεμένος στο κατάρτι μονάχος
να χορεύεις με τις πεταλούδες την Άνοιξη
δίχως τέλος ένα χορό φωτός και θανάτου
Μια νύχτα καθώς το δάκρυ απ’ το φεγγάρι
έπεφτε σαν δροσιά στους ασφοδέλους
γύρισες κι είπες πως οι αλέες του πάρκου
φέτος δεν θα βαφτούν στεναγμούς και φιλιά.
Αφημένοι στην άκρη του κενού κοιτούσαμε
τα ταξιδιάρικα σύννεφα ανάμεσα στ’ άστρα.
Μια μικρή κουκουβάγια δοκίμαζε τα φτερά της
τα μάτια της μας κοίταξαν για μια στιγμή
κι ύστερα μας άφησε στο σκοτάδι μονάχους.
Άραγε θα λευκάνουν τα γιασεμιά την ερχόμενη Άνοιξη;
που φούσκωνε της φούστας σου το ιστίο
και ταξίδεψα στις αμμουδιές της αγάπης
σε μια θάλασσα όρκων και στεναγμών.
Σε κοιτούσα δεμένος στο κατάρτι μονάχος
να χορεύεις με τις πεταλούδες την Άνοιξη
δίχως τέλος ένα χορό φωτός και θανάτου
Μια νύχτα καθώς το δάκρυ απ’ το φεγγάρι
έπεφτε σαν δροσιά στους ασφοδέλους
γύρισες κι είπες πως οι αλέες του πάρκου
φέτος δεν θα βαφτούν στεναγμούς και φιλιά.
Αφημένοι στην άκρη του κενού κοιτούσαμε
τα ταξιδιάρικα σύννεφα ανάμεσα στ’ άστρα.
Μια μικρή κουκουβάγια δοκίμαζε τα φτερά της
τα μάτια της μας κοίταξαν για μια στιγμή
κι ύστερα μας άφησε στο σκοτάδι μονάχους.
Άραγε θα λευκάνουν τα γιασεμιά την ερχόμενη Άνοιξη;
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009
ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΦΩΤΙΣΜΟΣ
Αναδημοσίευση από την ένθετη επετειακή σατιρική επανέκδοση της «ΕΔΕΣΣΑΪΚΗΣ» «ΜΑΣΚΑΡΑΣ» (αρ. 3 Απόκρηα 1968)
Τις είδες;
Πέρασαν του σκότους
οί μαυρίλες.
Μικρές φωτός
ανατριχίλες
τήν άβυσσο τρυπάν.
Αχτίδες!
Κόρες μιας λάμπας
νυσταλέας,
που τήν κρατά
στύλος ψηλέας
σβήνουν και ξεψυχάς.
Ο άγνωστος -το ποίημα είναι ανυπόγραφο και ο εκδότης της εφημερίδας που ρωτήσαμε δεν θυμόταν ποιος ήταν- που έγραψε αυτούς τους στίχους εκτός από ποιητική φλέβα, είχε και καταπληκτικό χιούμορ. Είναι αυτοί οι λόγοι που το αναδημοσιεύουμε
Τις είδες;
Πέρασαν του σκότους
οί μαυρίλες.
Μικρές φωτός
ανατριχίλες
τήν άβυσσο τρυπάν.
Αχτίδες!
Κόρες μιας λάμπας
νυσταλέας,
που τήν κρατά
στύλος ψηλέας
σβήνουν και ξεψυχάς.
Ο άγνωστος -το ποίημα είναι ανυπόγραφο και ο εκδότης της εφημερίδας που ρωτήσαμε δεν θυμόταν ποιος ήταν- που έγραψε αυτούς τους στίχους εκτός από ποιητική φλέβα, είχε και καταπληκτικό χιούμορ. Είναι αυτοί οι λόγοι που το αναδημοσιεύουμε
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009
ΠΑΡΕΠΙΔΗΜΩΝ ΝΑΥΤΗΣ
Απ' την μεριά της θάλασσας ήρθε.
Καλοκαιριάτικη νύχτα
δεμένος με μεταξένια κλωστή
και τα μαλλιά μιας γοργόνας
που βαρέθηκε την ερημία της θάλασσας
και την άδεια λευκότητα
των νησιών το χειμώνα
Τα μαλλιά του μοιάζανε φύκια
Το βλέμμα του έκρυβε κάτι απ' τον υγρό θυμό της
Η ανάσα του μύριζε θάλασσα και βοριά
Η νοσταλγία τον έκανε στρυφνό ακοινώνητο
Αγόρασε σπίτι ψηλά σ' ένα λόφο
Τις νύχτες της ξαστεριάς βγαίνει στο μπαλκόνι
μ' ένα αστρολάβο στα χέρια
και κατεβάζει τ' αστέρια
Με διπαράλληλο και κουμπάσο
χαράζει πορείες
Μετράει τις ταχύτητες των ανέμων
και τις διευθύνσεις τους
Ταξιδεύει με τον νου του πλησίστιο.
Αγναντεύει στου κάμπου την σκοτεινιά
(ίδια πελάγου)
τα χωριά που μοιάζουν νησιά
Ο περιφερειακός δρόμος
όπως οι μόλοι λιμανιών που επισκέφθηκε
Από τη Δύση τα βουνά
κατεβάζουν σπιλιάδες
Έχουν μαζί τους τη φωνή
και την μυρωδιά της θάλασσας
Όρντινα δίνει σ' ένα πλήρωμα αόρατο:
«Μόλα τον πλωριό».
«Πρώσο ηρέμα».
«Όλο δεξιά»
και σαλπάρει.
Ταξίδια τον πάει ο νους του
Επιστρέφει.
Καλοκαιριάτικη νύχτα
δεμένος με μεταξένια κλωστή
και τα μαλλιά μιας γοργόνας
που βαρέθηκε την ερημία της θάλασσας
και την άδεια λευκότητα
των νησιών το χειμώνα
Τα μαλλιά του μοιάζανε φύκια
Το βλέμμα του έκρυβε κάτι απ' τον υγρό θυμό της
Η ανάσα του μύριζε θάλασσα και βοριά
Η νοσταλγία τον έκανε στρυφνό ακοινώνητο
Αγόρασε σπίτι ψηλά σ' ένα λόφο
Τις νύχτες της ξαστεριάς βγαίνει στο μπαλκόνι
μ' ένα αστρολάβο στα χέρια
και κατεβάζει τ' αστέρια
Με διπαράλληλο και κουμπάσο
χαράζει πορείες
Μετράει τις ταχύτητες των ανέμων
και τις διευθύνσεις τους
Ταξιδεύει με τον νου του πλησίστιο.
Αγναντεύει στου κάμπου την σκοτεινιά
(ίδια πελάγου)
τα χωριά που μοιάζουν νησιά
Ο περιφερειακός δρόμος
όπως οι μόλοι λιμανιών που επισκέφθηκε
Από τη Δύση τα βουνά
κατεβάζουν σπιλιάδες
Έχουν μαζί τους τη φωνή
και την μυρωδιά της θάλασσας
Όρντινα δίνει σ' ένα πλήρωμα αόρατο:
«Μόλα τον πλωριό».
«Πρώσο ηρέμα».
«Όλο δεξιά»
και σαλπάρει.
Ταξίδια τον πάει ο νους του
Επιστρέφει.
ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Μια μέρα εις την Αττικήν
εις κάποια παραλίαν
έκανε μπάνιο η Μαριώ
κι η θάλασσα ήτο κρύα.
Ο Γιάγκος της εφώναζε
- Καλέ Μαριώ πατώνεις;
Και κείνη του αποκρίθηκε
- Φοβείσαι και κρυώνεις
εντός του ύδατος να μπεις
να βρέξεις κα ‘να πόδι.
Μη μου περνιέσαι για Νταής
τρέμεις δια το χταπόδι
Διότι λησμονήσαμε
να πούμε ευθαρσώς
πως η Μαριώ είναι σουπιά
κι o Γιάγκος αστακός
εις κάποια παραλίαν
έκανε μπάνιο η Μαριώ
κι η θάλασσα ήτο κρύα.
Ο Γιάγκος της εφώναζε
- Καλέ Μαριώ πατώνεις;
Και κείνη του αποκρίθηκε
- Φοβείσαι και κρυώνεις
εντός του ύδατος να μπεις
να βρέξεις κα ‘να πόδι.
Μη μου περνιέσαι για Νταής
τρέμεις δια το χταπόδι
Διότι λησμονήσαμε
να πούμε ευθαρσώς
πως η Μαριώ είναι σουπιά
κι o Γιάγκος αστακός
Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009
ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Ένα τραγούδι στα χοχλάκια του γιαλού μέσα στη νύχτα. Τιποτ' άλλο.
Ένα όνομα χαραγμένο στην πέτρα ένα τραγούδι του νερού μονάχα
και της φωνής σου η μουσική ανάμεσα στα φύκια της ξέρας.
Ίσως και το σφύριγμα μιας σειρήνας στην ομίχλη του Θερμαϊκού
απομείναν στα αυτιά μου για να θυμίζουν το πέρασμα σου
Ένα τραγούδι που κατεβάζουν τα χαράκια κι οι Μαδάρες
με το δοξάρι μιας λύρας σε πεντοζάλη, ή μαλαβιζιώτικο
κι ένα σκοπό Μαυροθαλασσίτικο, λυπημένο, θρήνο της Κίρκης.
Ίσως αργήσαμε να ορίσουμε τη ζωή μας και τα τραγούδια μας,
αφήσαμε τον καιρό και τη μοίρα να κατευθύνουν τις μέρες μας
Μονάχη ανάμνηση από σένα, ένα τραγούδι θαλασσινό,
ένας θρήνος, ένας λυγμός, μια ανάσα λίγο πριν απ’ το θάνατο
Ένα όνομα χαραγμένο στην πέτρα ένα τραγούδι του νερού μονάχα
και της φωνής σου η μουσική ανάμεσα στα φύκια της ξέρας.
Ίσως και το σφύριγμα μιας σειρήνας στην ομίχλη του Θερμαϊκού
απομείναν στα αυτιά μου για να θυμίζουν το πέρασμα σου
Ένα τραγούδι που κατεβάζουν τα χαράκια κι οι Μαδάρες
με το δοξάρι μιας λύρας σε πεντοζάλη, ή μαλαβιζιώτικο
κι ένα σκοπό Μαυροθαλασσίτικο, λυπημένο, θρήνο της Κίρκης.
Ίσως αργήσαμε να ορίσουμε τη ζωή μας και τα τραγούδια μας,
αφήσαμε τον καιρό και τη μοίρα να κατευθύνουν τις μέρες μας
Μονάχη ανάμνηση από σένα, ένα τραγούδι θαλασσινό,
ένας θρήνος, ένας λυγμός, μια ανάσα λίγο πριν απ’ το θάνατο
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009
ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕ ΠΛΗΓΩΝΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ
Οι μικρές αχιβάδες ψιθυρίζουν το όνομα σου στην θάλασσα
και ο αέρας το φέρνει στα φυλλώματα του κήπου μου
Ψίθυροι και θροΐσματα τραγουδούν ένα τραγούδι θαλασσινό
όπως εκείνο που τραγουδούσε στο φεγγάρι το ναυτόπουλο
όταν καβατζάριζε τον Παγασητικό με ρότα την Θεσσαλονίκη.
Απόψε τ’ ακούω και θυμάμαι τα μάτια σου μες την ομίχλη
διόπτευση στο φανάρι της Γυάρου που ταύτισε το όνομα της
με τους στεναγμούς των κρατουμένων και τους λυγμούς των ναυαγών.
Αυτό που με πληγώνει περισσότερο, είναι που δεν εμπιστεύεσαι
τη λευκότητα των γλάρων και τις χορευτικές κινήσεις της φύκης
Μένεις μονάχη κι ακίνητη δίχως σκοπό και πορεία σαν πετρωμένη
ίδια ξέρα που το χειμέριο κύμα αποκαλύπτει την αχτένιστη κόμη της
ίδια όπως το ξενιτεμένο άγαλμα της θεάς δίχως χέρια μονάχο
στην γκριζοφωτισμένη από έναν αρρωστιάρικο ήλιο αίθουσα δίχως ελπίδες.
Τι θα μπορέσει θα χαράξει τη ρότα του γυρισμού σου;
Τι θα μπορέσει να κάμψει το πείσμα της φυγής σου;
Ποιες φωτογραφίες θα καλύψουν την απουσία σου;
Αυτό που με πληγώνει περισσότερο, είναι που δεν με πιστεύεις
και ο αέρας το φέρνει στα φυλλώματα του κήπου μου
Ψίθυροι και θροΐσματα τραγουδούν ένα τραγούδι θαλασσινό
όπως εκείνο που τραγουδούσε στο φεγγάρι το ναυτόπουλο
όταν καβατζάριζε τον Παγασητικό με ρότα την Θεσσαλονίκη.
Απόψε τ’ ακούω και θυμάμαι τα μάτια σου μες την ομίχλη
διόπτευση στο φανάρι της Γυάρου που ταύτισε το όνομα της
με τους στεναγμούς των κρατουμένων και τους λυγμούς των ναυαγών.
Αυτό που με πληγώνει περισσότερο, είναι που δεν εμπιστεύεσαι
τη λευκότητα των γλάρων και τις χορευτικές κινήσεις της φύκης
Μένεις μονάχη κι ακίνητη δίχως σκοπό και πορεία σαν πετρωμένη
ίδια ξέρα που το χειμέριο κύμα αποκαλύπτει την αχτένιστη κόμη της
ίδια όπως το ξενιτεμένο άγαλμα της θεάς δίχως χέρια μονάχο
στην γκριζοφωτισμένη από έναν αρρωστιάρικο ήλιο αίθουσα δίχως ελπίδες.
Τι θα μπορέσει θα χαράξει τη ρότα του γυρισμού σου;
Τι θα μπορέσει να κάμψει το πείσμα της φυγής σου;
Ποιες φωτογραφίες θα καλύψουν την απουσία σου;
Αυτό που με πληγώνει περισσότερο, είναι που δεν με πιστεύεις
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)