Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ



Έχει νυχτώσει απ’ ώρα
κι ανάψανε τα φώτα,
μα δεν φωτίζουν την καρδιά
που έχει πάντα σκοτεινιά.
Γιατί έφυγες από καιρό,
νύχτα πριν έρθει πρωϊνό
κι έμεινε μόνη η χαρά
κι έγινε πάντα συννεφιά.
Τώρα στους δρόμους περπατώ,
λίγη χαρά αναζητώ
και λίγο φως να φέξει
και η καρδιά να αντέξει.
Να αντέξει αυτή τη σκοτεινιά
κι ίσως να έρθει η χαρά,
όταν ψηλά στον ουρανό
φανεί σημάδι φωτεινό.
Αχ και να ακούσω μια βραδιά,
στα σκαλοπάτια τα πλατιά,
τον ήχο των βημάτων σου
και την αναπνοή σου,
αχ να βρεθώ μαζί σου
και στα ψηλά τα δώματα
μέσα στην αγκαλιά σου,
να ‘μαι πάλι δικιά σου.
Έλα ακριβέ και δεν βαστώ
Να πολεμήσω το κακό,
Τους άθλιους μνηστήρες,
που καταλύουν ό,τι είχες,
που θέλουν την Πατρίδα σου,
να αρπάξουν την γυναίκα σου
και το βασίλειό σου
και απειλούν το γιο σου.
Έλα ξανά στο σπιτικό
Έλα κι εγώ σε καρτερώ
Κι υφαίνω το πανί μου
Ως να βρεθώ μαζί σου.

Marinero

Παρασκευή 8 Μαΐου 2020

Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΨΩ



Έτσι όπως βγήκα στην ακτή,
μετά την τρικυμία,
από το κύμα το βαρύ
και θαλασσοδαρμένος,
είδα τα μάτια σου τα δυο
φάρους και να μου φέγγουν
κι ένοιωσα, είμαι τυχερός
που μπήκες στη ζωή μου
και χάρισες μου το κορμί,
τα χάδια, τα φιλιά σου
και το κρεβάτι το ζεστό,
παρηγοριά κι ελπίδα.
Στην αγκαλιά σου ξέχασα
και πόνους και φαρμάκια,
ακόμα και τη μάνητα
του Θείου Ποσειδώνα
κι είπα πως θέλω πια εδώ
την ζήση να τελειώσω.
Όμως δεν ξέχασα ποτέ
την ώρια Πηνελόπη
που μόνη στον κοιτώνα της,
μπροστά στον αργαλειό της
υφαίνει ατέλειωτο πανί
προσμένοντας εμένα.
Το Θιάκι και η πατρίδα μου
καλούνε την ψυχή μου.
Αχ Καλυψώ ερωτική
και Ωγυγία φιλόξενη,
η θάλασσα με κράζει,
χαμογελά και με καλεί
κοντά της να γυρίσω.  

Marinero

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΕΝΟΣ ΝΑΥΤΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ.



Μ ένα καράβι, δυο ευχές
έφυγες για ταξίδι,
μ ένα τραγούδι, δυο πενιές
κι ένα πικρό ταξίμι.
Άραγε να σε φτάσανε
οι ευχές μου, τα τραγούδια;
άραγε να σε φύλαξαν
στην σκύλα την πανούργα;
που προσπαθεί τα νιάτα σου
να πάρει, να τα κλέψει
και με τσαλίμια ερωτικά
η Κίρκη να τα δρέψει;
μην τάχα ο καπετάνιος σου,
ο πονηρός Δυσσέας
μπορέσει το σκαφίδι του
κι όλο το πλήρωμά του,
να το γυρίσει σπίτι του,
να ιδεί τη φαμελιά του
ή μήπως άλλη η θέληση
είναι του Γαιωσείστη
και το καράβι αύτανδρο
στην άβυσσο βυθίσει;
σε περιμένω γιόκα μου
πίσω στο σπιτικό μου,
για να γεμίσει η αγκαλιά
το σώμα τ ακριβό μου.
Στον Ποσειδώνα το Θεό
τάζω και ξανατάζω
θυσίες, τζοβαϊρικά
κι όλο παρακαλάω,
στο σπίτι σου το πατρικό
γρήγορα να γυρίσεις
να δω εγγόνια και χαρά
τα μάτια πριν μου κλείσεις

Marinero