Τετάρτη 6 Ιουλίου 2022

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (ΦΥΓΗ)

 

 

Έβγαλε το πιστόλι ο ποιητής και πυροβόλησε.
Σκόρπισαν στον αέρα λέξεις και στίχοι και στροφές,
σαν χιόνι καλοκαιρινό, τριγύρω του στην άμμο
και ρίγησε ο θόρυβος αέρα και ησυχία.
Μετά σιωπή στη θάλασσα απλώθηκε ως πέρα.
Τα κύματα μετέωρα απομένοντας,
ξεσπούν στην έρημη ακτή σε βογγητό και θρήνο
τον Ποιητή, τον μαυλιστή, των λέξεων θρηνώντας.

 

Marinero

 

Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

ΜΕ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΟ ΔΟΞΑΡΙ

 

 

                                Μικρή μου αγάπη μη ξεχνάς

                                σαν αεράκι να φυσάς

                                με τα φιλιά να με μεθάς

                                ναι με δροσίζεις σαν περνάς

                               

                        Με της νύχτας το δοξάρι σου τραγούδησα

                        με του φεγγαριού το τέλι σε νανούρισα

 

                                Μικρό μου αστέρι φωτεινό

                                Στον σκοτεινό τον ουρανό

                                Φωτίζεις αστραποβολάς

                                Όταν μου λες πως με αγαπάς.

 

                        Με της νύχτας το δοξάρι σου τραγούδησα

                        με του φεγγαριού το τέλι σε νανούρισα

 

όταν μου λες πως μ’ αγαπάς

πως με μαγεύεις σαν κοιτάς

τραγούδι με παρηγοράς

όταν σα ρούχο με φοράς

 

Με της νύχτας το δοξάρι σου τραγούδησα

                        με του φεγγαριού το τέλι σε νανούρισα

 

                                        Marinero

 

 

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

ΠΛΑΣΤΗΣ ΜΥΘΩΝ ΩΡΑΙΩΝ

 

Καθόταν στη σκιά ο Δάσκαλος

και σκέπτονταν το μύθο πώς θα πλάσει.

να ‘χει νεράϊδες; Να ‘χει δράκοντες;

ή μήπως πράσινα λιβάδια και λουλούδια;

 

Τον βασανίζανε οι λέξεις, τα νοήματα,

ποια ήτανε κατάλληλα βεβαίως,

να κάνει μύθο το τραγούδι του,

ως Ραψωδός που ήτανε σπουδαίος.

 

Καθόταν στη σκιά και σκέπτονταν

τους μύθους να ταιριάξει με κιθάρα

μια και πλησίαζαν τα Ανθεστήρια,

έκαιγε ο ήλιος, μεσημέρι ντάλα.

 

Τον βασανίζανε οι λέξεις, τα νοήματα,

ποια ήτανε κατάλληλα βεβαίως,

να κάνει μύθο το τραγούδι του,

ως Ραψωδός που ήτανε σπουδαίος.

 

Αυτά σκεπτότανε ο Δάσκαλος

Αυτά απασχολούσαν το μυαλό του,

Πέρασε η ώρα, ήρθε απόγευμα

Κι ακόμα να ‘βρει το ρυθμό του.

 

Marinero