Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΚΑΙ ΦΛΑΜΕΝΓΚΟ

Είναι που η νύχτα πληγώνει τις ώρες σου.
Που τα παράθυρα γίνονται καθρέφτες
και καθρεφτίζουν τη λύπη σου.
Μπουζούκι στου μάγκα τα χέρια,
κι η φωνή του λυγμός στην καρδιά σου
τούτες τις ώρες που οι πόλεις
ανασαίνουν ψυχές κι ανθρώπους που έφυγαν,
κι ο χορευτής μοναχός του, χέρια φτερά,
αναζητά τη σκάλα που ανεβάζει στον ουρανό

Μια κιθάρα στου τσιγγάνου τα χέρια που κλαίει
Το φεγγάρι μισό σαν πλεούμενο ταξιδεύει
Είναι μεγάλη η απόσταση για να πάρει τη λύπη σου
γι αυτό την εμπιστεύεσαι στις χορδές,
στη σπασμένη φωνή του οργανοπαίχτη
και στη μικρή που χορεύει μονάχη
ξορκίζοντας τον καημό και τον πόνο του χωρισμού
με κρασί, με χτυπήματα ποδιών και χεριών

Στο εξαθλιωμένο κουτούκι η υγρασία
ζωγραφίζει στους τοίχους αδιευκρίνιστα σχήματα
και δυσκολεύει την ανάσα των θαμώνων
που ρουφούν δίχως μιλιά το φαρμάκι
Σκεφτικοί και απόμακροι, δίχως κουβέντες
περιμένοντας να χαράξει η μέρα.

Το ζεϊμπέκικο συναντά το φλαμένγκο