Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

ΟΙ ΔΥΟ ΓΟΡΓΟΝΕΣ


Μια ιστορία θα σας πω
που ‘πε ένας ναύτης
για κάποιο βασιλιά τρανό,
όπου στον κόσμο πια δε ζει.
Μα τ όνομά του, η φήμη του,
στα χρόνια έχει μείνει.
Αλέξανδρο τον έλεγαν
απ  τη Μακεδονία.
Ήταν σπουδαίος και τρανός
και πάτησε το πόδι του
σε όλη την Ασία.
Είχε που λέτε μια αδελφή,
πανέμορφο κορίτσι,
που όταν εκείνος χάθηκε,
Γοργόνα εκείνη εγίνει
και όλο γυρνά στα πέλαγα,
κι ας πέρασαν αιώνες.
Η αγάπη είναι της αδελφής,
νικάει τους χειμώνες.
Όπου ανταμώσει άνθρωπο,
κι όπου καράβι φτάσει,
όλο για τον χαμένο της
τον αδελφό ρωτάει.
Αν ζει κι αν πίσω θε να ρθει,
στα ξένα αν εχάθει.
Κι άμα της πουν λόγο καλό,
γελάει και χωρατεύει.
Γίνεται η θάλασσα γυαλί,
λουλούδια πλημυρίζει.
Μα άμα της πουν λόγο κακό,
θυμώνει και αγριεύει.
Μαυρίζει τότε η θάλασσα
και μαυροφουρτουνιάζει
και πάει το πλεούμενο
αύτανδρο μες τον πόντο

Μια μέρα τη συνάντησα,
ταξίδευα με μπρίκι(1),
κι όπως περνούσα το στενό
που δύσβατο το λένε,(2)
να σου προβάλει η λυγερή
του πόντου η Γοργόνα,
με τα λυτά της τα μαλλιά
στον άνεμο να παίζουν.
-Έ, ναύτη δως μου απόκριση
αν ζει ο αδελφός μου
κι αν θα ρθει πάλι σπίτι μας
που τον προσμένει η μάνα
και μια αρραβωνιαστικιά
που λιώνει μες το κλάμα.
-Κυρά μου ο αδελφός σου ζει
και πίσω θα γυρίσει
γιατί είναι θέλημα Θεού,
θέλημα των ανθρώπων και όλων,
όσων έχουνε δικό τους εις τα ξένα.
Χαμογελά η λυγερή
κι ένα φιλί μου δίνει ,
μαζί και ένα όστρακο
να ακούω τους ανέμους,
να μη με πιάνει θάλασσα
και μαυροτρικυμία
για να γυρίσω μιαν αυγή
και πάλι στους δικούς μου.
Ακόμα αυτό το όστρακο
μαζί μου κουβαλάω
τα χρόνια κι αν περάσανε,
κι αν χάθηκε η Γοργόνα,
ο θρύλος κι αν ξεθώριασε
και οι ναύτες δεν τον λένε,
εγώ ακόμα το κρατώ
μου λέει ιστορίες,
όπως αυτή που θα σας πω.

Ήτανε λέει μια φορά
Σ ένα μικρό νησάκι
Που το κτυπούσε ο άνεμος
Κι οι άγριοι βοριάδες,
Ένα μικρό ναυτόπουλο,
Μικρό και χαϊδεμένο.
Μια μέρα που ξεκίνησε
να πάει στο καράβι,
μίαν ημέρα μιαν αυγή
μια φωτεινή αυγίτσα,
το βρήκε κάτω στο γιαλό
μια μάγισσα γητεύτρα
που ήξερε ξόρκια και γητειές
βοτάνια και μαντζούνια
και του έδωσε ένα βότανο,
βοτάνι της αγάπης,
να πιεί η αγαπημένη του
ποτέ μη το ξεχάσει.
Να το θυμάται το πρωί,
να το θυμάται νύχτα
και το γλυκοξημέρωμα
να λειώνει απ την αγάπη.
Το πήρε το ναυτόπουλο
Και πήγε στη δουλειά του
Κι όταν το βράδυ γύρισε
σπίτι να ξαποστάσει
να πιει μια κούπα με νερό
και μια μπουκιά να φάει,
θυμήθηκε το βότανο,
φωνάζει την καλή του,
να την κεράσει ένα κρασί,
να πούνε δυο κουβέντες
γιατί μπαρκάρει το πρωί
σε ένα μακρύ ταξίδι.
Θα κάνει μήνες να τη δει
να βλέπει τη μορφή της,
γι αυτό ας έρθει μια σταλιά
να τη γλυκοφιλήσει
να της χαϊδέψει τα μαλλιά
και να τη χαιρετήσει.
Σαν κόπιασε η λυγερή,
σαν του έκανε τη χάρη,
χάρηκε το ναυτόπουλο
και τη γλυκοφιλούσε.
κι εκεί στο γλυκοφίλημα,
στα τρυφερά τα χάδια,
σκύβει της ρίχνει στο κρασί
το μαγικό βοτάνι,
που του έδωσε η μάγισσα,
για να μην τον ξεχάσει.
Το ήπιε όλο η λυγερή
και γύρισε στο σπίτι
να κοιμηθεί μία σταλιά
και το πρωί να πάει
κάτω στον όμορφο γιαλό
για να τον χαιρετίσει
και να του δώσει ένα φιλί
να χει για φυλαχτό του.
Και να  ξημέρωσε ο Θεός
την λαμπερή ημέρα,
κίνησε το ναυτόπουλο
να πάει στο καράβι
και για ταξίδι μακρινό
τη ρότα να χαράξει.
Ήρθε η ώρα η σκληρή,
του χωρισμού η ώρα
ν΄ ανοίξουνε τ΄ άσπρα πανιά
να φύγει το καράβι.
Ήρθε στον κάβο η λυγερή
με ένα λευκό μαντήλι,
η αδελφή κι η μάνα του
να τ΄ αποχαιρετήσουν,
να απομείνει η όψη του
στη μνήμη χαραγμένη.
Να χει στην πλώρη το Χριστό
και στα πανιά αγγέλους,
τον Αϊ  Νικόλα στο πλευρό
ναύτη και τιμονιέρη.
Σαν πήγε σπίτι η λυγερή
πνίγηκε μες το κλάμα
κι όλο ζητούσε τα φιλιά,
τα χάδια του καλού της,
που έφυγε και την άφησε
μόνη κι ορφανεμένη,
κι αυτός τραβά στα πέλαγα
στα κύματα, σ’ ανέμους.
Γύριζε το ναυτόπουλο
λιμάνια και πελάγη.
Γνώρισε κόσμο και ντουνιά,
κι είδε ανθρώπους και χωριά,
κι έμαθε άλλους τρόπους,
άλλες συνήθειες και χορούς,
άλλες φωνές και γλώσσες
και έστελνε στο σπίτι του 
λεφτά και τζοβαΐρια
και στην αρραβωνιαστικιά
χρυσό ένα δακτυλίδι,
να το φορά στο δάκτυλο,
να το γλυκοθυμάται
και να προσμένει να το δει
άντρα της στο πλευρό της.
……………………………………..
Πέρασαν μήνες και χρονιές,
ώρες που ομοίαζαν χρόνια
Και μήτε γράμμα, ουδέ γραφή,
μη νέο, ούτε μαντάτο.
Παρακαλούσε η λυγερή
ταξίματα, λαμπάδες
και λειτουργιές στην Παναγιά,
τον Άγιο Νικόλα,
σαν βούιζε η θάλασσα
και σήκωνε φουρτούνα.
Έπαιρνε λάδι απ  το ναό,
απ  το χρυσό καντήλι
και το έριχνε στη θάλασσα
για να τη γαληνεύσει. (3)
Να πάψουνε τα κύματα
και να ρθει ο καλός της.
Μια μέρα που είχε συννεφιά,
μια μέρα του χειμώνα,
έφτασε, να μην έφτανε,
ένα πικρό μαντάτο.
Χάθηκε, λέει, το πλοίο του
χάθηκε κι ο καλός της,
μια νύχτα που χε θύελλα
στη θάλασσα τη μαύρη
πνίγηκε το ναυτόπουλο,
ορφάνεψε η κόρη
κι έμειναν μονάχες τους
η μάνα κι η αδερφή του.
Τον έκλαψε η λυγερή,
μαύρισε η ψυχή της
και ξέσχισε τα μάγουλα
τα τριανταφυλλένια,
για να χαθεί η ομορφιά
και νιος να μην τη θέλει
και εκείνη μόνη να γυρνά,
κούτσουρο μες τον κόσμο.
Παρακαλούσε η μάνα της
Για να τη συνεφέρει
-Γύρισε κόρη μ(ου) στα μυαλά
και άφησε το θρήνο
και είσαι νέα κι όμορφη
και θα τον λησμονήσεις.
Μόνο σαν θέλεις κόρη μου
άναβε ένα κεράκι
στο άδειο μνήμα που έφτιαξε
η μάνα του και κλαίει,
και βάλε πάλι γιορτινά,
μη βάζεις άλλο μαύρα
και βγες πάλι στη ρούγα μας,(4)
βγες πάλι στο σεργιάνι
για να σε δουν οι λυγερές,
οι νέοι να σε δούνε,
να σ’ αγαπήσει κάνας νιος,
γυναίκα να σε πάρει.
-Μάνα μη λες αποκοτιές, (5)
κι εγώ δεν το ξεχνάω,
εγώ δική του ήμουνα,
δική του θα απομείνω
και μόνος άντρας για εμέ
είναι μονάχα ο χάρος.
………………………………………
Κατέβηκε η λυγερή
στη θάλασσα μια μέρα,
όπως κατέβαινε συχνά,
κοιτώντας για καράβι,
μήπως και δει άσπρα πανιά
να γνέφουν απ αντίκρυ
και έρθει το ναυτόπουλο
και το χαρεί η καρδιά της.
Όπως ο ήλιος έπεφτε
Κι ερχότανε σκοτάδι,
της φάνηκε πως άκουσε
απ’ του νερού το μέρος
μία φωνή που έλεγε:
«Γύρισα πίσω λυγερή
μαζί μου να σε πάρω,
παντοτινή συντρόφισσα,
γυναίκα, θησαυρό μου».
Σαν τ’ άκουσε αναγάλλιασε,
έμοιαζε της φωνής  του.
Αυτός ο ήχος που άκουσε,
δεν ήτανε του κύματος ,
ήτανε του καλού της
και κίνησε κατά εκεί
που ακούστηκε και είδε
το χέρι του που απλώθηκε
το χέρι της να πιάσει.
Του έδωσε το χέρι της,
κι αφέθηκε να πάει
στης θάλασσας την αγκαλιά,
το κύμα να σκεπάσει
το λυγερό της το κορμί,
το όμορφο πρόσωπό της
και να χαθεί απ τους ζωντανούς
στοιχειό κι αυτή να γίνει,
γοργόνα όπως η αδερφή
 του μέγα Αλέξανδρου.
Να ήτανε το βότανο,
να ήταν η αγάπη;
Ποίος αλήθεια θα το πει,
ποιος τάχα να το ξέρει;
………………………………………
Την τραγουδούν τα κύματα
κι ο φλοίσβος(6) μουρμουρίζει
και λέει την ιστορία της
σε όποιον μπορεί κι ακούει,
κι έχει ψυχή ανάλαφρη
και πιάνει τα σημεία.
Κι αν ίσως τη μπερδεύετε
με κείνη του Αλεξάνδρου,
είναι γιατί όπως κι αυτή,
πολύ είχαν αγαπήσει
και κράτησαν τη θύμηση.
Η πρώτη για τον αδελφό,
ετούτη  του καλού της.
 
Απόμεινε ο θρύλος τους
και έγινε τραγούδι
να τραγουδούν οι άνθρωποι
να τις γλυκοθυμούνται .


1) Μπρίκι ή Βρίκιον ή Πάρων = Μεγάλο δικάταρτο ιστιοφόρο με τετράγωνα ιστία και επί πλέον επίδρομο στο πρυμναίο. Ως πολεμικό του 1821 έφερε 12-18 πυροβόλα στο κατάστρωμα και πλήρωμα 100 άνδρες.
2)  Δύσβατο=  το στενό Τήνου - Άνδρου
3) Έθιμο που απαντάται σε πολλά νησιά, όπου ρίχνουν το λάδι από το καντήλι του Άι Νικόλα για να πάψει η τρικυμία. Άλλες φορές σκουπίζουν την εκκλησία του Άι Νικόλα και ρίχνουν τα σκουπίδια στη θάλασσα
4} Ρούγα = γειτονιά.
5) αποκοτιά = η απερισκεψία (συνεκδοχικά) απερίσκεπτη, παράτολμη πράξη
6) Φλοίσβος= είναι ο ήχος που παράγεται από ελαφρύ παφλασμό του κύματος.

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Ο ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΜΙΛΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΠΡΟΒΑΔΟ


Ένα τραγικό συμβάν στην Ιταλία το 1969, που δεν είναι άλλο από την εκπαραθύρωση ενός κρατούμενου αναρχικού σε κάποιο αστυνομικό τμήμα του Μιλάνου, δίνει την αφορμή και την έμπνευση στο μεγάλο Ιταλό θεατρικό συγγραφέα Ντάριο Φο να γράψει την « κωμωδία του τυχαίου θανάτου ενός αναρχικού». Η επικαιρότητα του έργου παρακίνησε το Σπύρο Παπαδόπουλο να σκηνοθετήσει και  να ανεβάσει το έργο για δυο χρονιές στην Αθήνα στο θέατρο «Αλέκος Αλεξανδράκης». Δυο χρόνια με τεράστια καλλιτεχνική επιτυχία. Το έργο συνεχίζει αυτή την επιτυχία και στη θερινή περίοδο, περιοδεύοντας σε όλη την Ελλάδα.
Συνάντησα το Σπύρο Παπαδόπουλο λίγο πριν την παράσταση της Έδεσσας στο θέατρο της «Γαβαλιώτισσας» και μιλήσαμε για το έργο και για τα σχέδια του εξαίρετου ηθοποιού για το χειμώνα.


Σπύρος Παπαδόπουλος, Ντάριο Φο και «η κωμωδία του τυχαίου θανάτου ενός αναρχικού». Πείτε μου δυο λόγια για το έργο.
Ο Ντάριο Φο έγραφε μόνο κωμωδίες βέβαια και το 99% ήταν πολιτικές. Αυτό είναι ένα εξόχως πολιτικό έργο. Είναι μια τρελή κωμωδία, με πάρα πολύ γέλιο και ταυτόχρονα με μια ιδιοφυή σάτιρα για την εξουσία και κυρίως εστιάζει στην κατάχρηση της εξουσίας που γίνεται από διάφορους κρατικούς λειτουργούς. Το έργο είναι στηριγμένο σε ένα γεγονός συγκλονιστικό, δραματικό και μαύρο, που συνέβη το 1969 στο Μιλάνο. Αυτό το γεγονός ο Ντάριο Φο το πήρε και το έκανε μια συγκλονιστική κωμωδία. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο κόσμος γελάει πάρα πολύ,  αλλά είναι γέλιο που δεν είναι χάχανο, γιατί και μετά την παράσταση έχει να πει πολλά. Δεν είναι δηλαδή ένα έργο που το ξεχνάς και λες, αχ τι ωραία περάσαμε, αλλά έχεις θέμα συζήτησης και για την επαύριον και για την επομένη. 

Γιατί Ντάριο Φο αυτή την περίοδο. Λόγο της κατάστασης ίσως ;
Ακριβώς. Επειδή ήξερα το έργο, είπα ότι αν καταφέρω να το αντιμετωπίσω λίγο με τη γλώσσα, γιατί έτσι όπως ήταν δεν παιζόταν. Ήθελε λίγη δουλειά. Αν καταφέρω να το φέρω σε ένα λογαριασμό, όπως εγώ νόμιζα ότι θα αφορούσε τον κόσμο πιο πολύ. Και τελικά συνέβη και μάλιστα περισσότερο απ’ ό,τι πίστευα. Από τις πιο αισιόδοξές μου προβλέψεις πολύ περισσότερο.


Ξέρω ότι είχατε παίξει στην παράσταση του έργου με τον Κιμούλη. Ήσασταν αστυφύλακας νομίζω. Έχετε κρατήσει κάτι από εκείνη την παράσταση ή είναι κάτι  τελείως διαφορετικό;
Όχι. Καμία σχέση. Κατ’ αρχάς έχω ένα καλό εγώ, ότι δεν θυμάμαι τίποτα από εκείνη την παράσταση. Αλλά και να θυμόμουν δε θα κρατούσα. Εννοείται αυτό. Είναι η λειτουργία μου εμένα αυτή. Προσπαθώ κάθε φορά να μη θυμάμαι τίποτα.

Κάνετε μια περιοδεία σε όλη την Ελλάδα με το έργο, σήμερα είστε στην Έδεσσα, αύριο στα Γιαννιτσά, μεθαύριο στα Μουδανιά. Πώς αντιδρά ο κόσμος της περιφέρειας που βλέπει την παράσταση;
Τι να σας πω. Δεν το περίμενα αυτό το πράγμα. Η υποδοχή του κόσμου είναι πέραν του αναμενόμενου καλή. Εννοώ ότι πιάνουν υπαινιγμούς και πράγματα κρυμμένα στο κείμενο, που δεν τα επιαναν στην Αθήνα. Δεν το περίμενα. Ειδικά σε κάποιες πόλεις, δε μιλώ φυσικά για τη Θεσσαλονίκη ή την Πάτρα, αλλά για κάποιες μικρότερες πόλεις, δεν περίμενα να υπάρχει τέτοια συμμετοχή του κόσμου, τέτοια ανταπόκριση και τέτοιο ρεφλέξ. Δηλαδή πέραν της ανάγκης του κόσμου να γελάσει –και αυτό φαίνεται- είναι σα να λέει εγώ ήρθα να γελάσω και δε θα μου το χαλάσετε εσείς εδώ. Δε λέω γι αυτό. Λέω για τους πολιτικούς υπαινιγμούς που έχει το έργο και αρκετά ωραία πράγματα κρυμμένα τα οποία δεν είναι στην πρώτη ανάγνωση. Φαίνονται στη δεύτερη και στην τρίτη, για να τα πιάσεις πρέπει να είσαι λίγο ψαγμένος, να έχεις ένστικτο. Μου έκανε τρομερή εντύπωση. Πολύ καλή εντύπωση.

Έχει αλλαχθεί το κείμενο, δεν έχει έρθει στα «καθ ημάς» όπως κάνουν πολλοι;
Όχι τίποτα. Έχω κρατήσει το κείμενο όλο όπως είναι στα ιταλικά, έχω κρατήσει τα τοπωνύμια , θα μπορούσα να μη τα αναφέρω καν, για να μπερδέψω. Επίτηδες  τα κράτησα για να φαίνεται ότι βρισκόμαστε στην Ιταλία του τότε. Δεν άλλαξα τίποτα από το έργο, απλώς τη γλώσσα και κάποια κοψίματα που έγιναν.

Μπορείτε να μου διευκρινίσετε αυτό με τη γλώσσα;
Αλλιώς μιλούσε ο κόσμος το 1970 και πολύ περισσότερο, αλλιώς μιλούσε ο  Ντάριο Φο, στις συνθήκες που έπαιζε τα έργα του. Εννοώ  σε εργοστάσια. Είχε έναν παλμό, μια δύναμη. Ήταν ένα παλλόμενο πράγμα και μια υψωμένη γροθιά, που είχε πολύ συνθηματολογικό λόγο μέσα του. Στα εργοστάσια που παιζόταν, σταματούσαν οι εργάτες την παράσταση και φώναζαν συνθήματα. Σήμερα κατά τη γνώμη μου ο λόγος πρέπει να είναι πολύ πιο υπαινιχτικός. 

Να φύγουμε από το έργο. Κάνετε στην τηλεόραση μια ομολογουμένως εξαιρετική εκπομπή το «στην υγειάμας». Θα συνεχισθεί, παρά τις όποιες γκρίνιες και τις όποιες λοιδορίες υποστήκατε σε σχέση  με τα κόστη και όλα αυτά;
Αν  ξέρει κανείς  τα γεγονότα, θα καταλάβει ότι αυτοί που  λένε αυτά, έχουν τους λόγους τους. Αλλοίμονο αν ασχολούμαστε με αυτά τώρα.


Είναι πιο πολύ ανταγωνιστικό παρά ουσιαστικό;
Μπα δεν είναι ανταγωνιστικό προς εμένα. Χτυπάνε το σαμάρι για να πονέσει ο γάιδαρος. Τα λένε στην πεθερά για να τ’ ακούσει η νύφη. Δεν ασχολούμαι με αυτά τα πράγματα  γιατί είναι πολύ κατώτερα των περιστάσεων.

Τι σχέδια υπάρχουν για το χειμώνα, αφού το καλοκαίρι θα κλείσει κάποια στιγμή τις παραστάσεις της «η κωμωδία του τυχαίου θανάτου ενός αναρχικού»;
Δυο χρόνια παίξαμε το έργο στην Αθήνα και κλείνει ο κύκλος αυτός και το λέω έτσι γιατί, είναι ένα έργο που μπορεί να πάει δέκα χρόνια ακόμα, εκτός και αν αλλάξουν τα πράγματα στην Ελλάδα, που δεν το βλέπω. Θέλω να παίξω και κανέναν άλλο ρόλο, να χαλαρώσω κι εγώ λιγάκι ψυχικά και θέλω να κάνω μαζί με την Κατερίνα Παπουτσάκη, «το κοροϊδάκι της δεσποινίδος». Είναι μια δική μου παραγωγή.

Γιατί τώρα τελευταία υπάρχει μια τάση του θεάτρου να αγγίζει το σινεμά ή το παλιό θεατρικό που έγινε ταινία και τώρα επανέρχεται ως θεατρικό;
Δεν ξέρω γιατί υπάρχει αυτή η τάση να σας πω. Άλλες φορές μπορεί να είναι από αμηχανία, άλλες φορές μπορεί να είναι ωφελιμιστικό με την έννοια ότι διαπιστώνω την αγάπη του κόσμου, άρα μάλλον θα πάω καλά και άλλες φορές μπορεί να είναι όλα αυτά μαζί και κάτι άλλο. Το κάτι άλλο είναι ότι σου λείπει αυτή η αθωότητα ή η αφέλεια που πολλές φορές υπάρχει σε αυτή την περιοχή και που όσο σκληραίνουν οι καιροί, τόσο σου λείπει. Εμένα μου ήρθε πραγματικά από μέσα μου αυτό το πράγμα, γιατί ως παραγωγός είναι λάθος αυτό που κάνω. Όλοι ψάχνουν φέτος να ανεβάσουν έργα με τρία-τέσσερα άτομα, κι εγώ ανεβάζω ένα έργο με δέκα επτά άτομα. Αλλά ήρθε από μέσα μου και είπα, όσο κουραστικός και αν είναι ο ρόλος, ξεκουράζομαι γιατί νομίζω ότι τα έχω γράψει εγώ αυτά τα έργα. Νομίζω ότι είμαι μέσα στο σπίτι μου. Τελευταία φορά πριν δέκα-δώδεκα χρόνια είχα παίξει το «αλλοίμονο στους νέους» με τρομερή επιτυχία και έλεγα ότι θέλω να πληρώνω που παίζω αυτό το ρόλο. Να μην πληρώνομαι.



Είναι πιο οικεία;
Ναι, είναι το σπίτι μου. Ακριβώς.
Ωραία δεν θέλω να σας κουράσω άλλο, σας εύχομαι καλή επιτυχία και καλή συνέχεια. Ευχαριστώ.

«Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΟΥ ΤΥΧΑΙΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΝΟΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ» Η ΓΝΩΜΗ ΜΟΥ



Ένας εξαιρετικός θεατρικός συγγραφέας(ΝΤΑΡΙΟ ΦΟ), ένας εξαιρετικός και απολαυστικός πρωταγωνιστής (ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ), ένας εξαιρετικός θίασος (ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΙΡΟΣ, ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΛΠΑΚΙΔΗΣ, ΣΤΕΛΛΙΟΣ ΠΕΤΣΟΣ, ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΟΤΣΑΗΛΙΔΟΥ), μια καταπληκτική παράσταση. 

Όλα αυτά για την παράσταση του έργου «Η κωμωδία του τυχαίου θανάτου ενός Αναρχικού». Το θέατρο της «Γαβαλιώτισσας» στην Έδεσσα με λίγο κόσμο (θα μπορούσε να ήταν περισσότεροι). Ίσως ο κόσμος λείπει λόγω διακοπών, ίσως λόγω ζέστης, ίσως λόγω οικονομικής δυσπραγίας.  Όσοι όμως είμαστε εκεί γελάσαμε με τη ψυχή μας και απολαύσαμε ένα έργο που διασκέδαζε, ψυχαγωγούσε και προβλημάτιζε. Μια παράσταση που συνιστούμε ανεπιφύλακτα.

Οι υπόλοιποι συντελεστές της παράστασης είναι:
Μετάφραση:   ΑΝΝΑ ΒΑΡΑΒΑΡΕΣΟΥ
Σκηνοθεσία:  ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Σκηνικά- Κοστούμια:  ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ  
Μουσική & Τραγούδια:  ΚΙΤΡΙΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ
Φωτισμοί:  ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΕΛΛΗΣ
Β. Σκηνοθέτης:  ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ
Ειδικά Εφφέ:  ΑΦΟΙ ΑΛΑΧΟΥΖΟΙ