Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

ΕΝΣΤΑΝΤΑΝΕ

Άφησες το χαμόγελο σου στην παλιά φωτογραφία,
σ’ εκείνη την κιτρινισμένη δίπλα στη θάλασσα
ενθύμιο από κάποια εκδρομή του Καλοκαιριού.
Τώρα είναι Χειμώνας και αδειάσανε τα λιμάνια
απ’ τους εκδρομής της καλοκαιριάς.
Χάσκουν στις παραλίες οι τρύπες που άφησαν
οι θερινές ομπρέλες και οι ξαπλώστρες.
Καρτερούν το χειμέριο κύμα να τις σκεπάσει.
Σβήσανε και τα χνάρια απ’ τα γυμνά πόδια στην άμμο.
Μένει ένα μικρό κόκκινο κογχύλι σαν στάλα αίμα,
ίδιο με την ανάμνηση της παρθενιάς σου,
όταν παρέδιδες κορμί και ψυχή στους ναυαγούς του Οδυσσέα,
προσμένοντας την αθανασία επί ματαίω.
Είναι που ο Όμηρος ξέχασε να αναφέρει το όνομά σου.
Γι’ αυτό κι εγώ θα σε φωνάζω κόρη της Αφροδίτης.

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

Σκοτάδι και νύχτα αφέγγαρη.
Τίποτα δεν φωτίζει ένα γύρω, πάρεξ,
κάτι πυγολαμπίδες ξεχασμένες
που μου γνέφουνε αστραπές.
Γραμμές από φωτιά στα όνειρα μου
καίνε τα ξεραμένα λόγια σου.
Ξεχασμένες λέξεις
σ’ ένα κομμάτι χαρτί.
Σκέψεις, επιθυμίες, όνειρα
και κάτι σχέδια λησμονημένα.
Μεγάλα λόγια που ξεχαστήκανε.
Υπερφίαλες πράξεις
που τις σκέπασε η λήθη,
κι εσύ με χαμόγελα και λουλούδια,
πολιορκείς την καρδιά και τη λογική μου

ΑΦΗΝΕΙΣ

Αφήνεις τα τραγούδια
Να πληγώνουν τις χαρές σου
Τις αναμνήσεις
Να σκιάζουν τις νυχτιές σου
Τις αποφάσεις Αλλοτρίων
Να σε καθορίζουν
Τις ομορφιές που κρύβεις στην ψυχή
να καθυβρίζουν.

Και πήρες ένα δρόμο δίχως τέλος
Το άδικο φαρμακωμένο βέλος
Πληγώνει και ματώνει την καρδιά σου
Σκοτάδι που γεμίζει τη μικρή την κάμαρα σου.