Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - ΑΘΗΝΑ


Θεσσαλονίκη – Αθήνα, ένα ταξίδι.
Έξι τσιγάρα δρόμος, δυο καφέδες,
μυρίζουν τα λουλούδια στους μπαξέδες,
και η ανάμνηση του πατρικού σου, κατιφέδες.
Θεσσαλονίκη – Αθήνα, ένα ταξίδι.
Θυμάσαι τις βραδιές που το φεγγάρι,
χάραζε δρόμους φωτεινούς και εσύ ζευγάρι,
κοιτούσες με λατρεία την ζωή, μαργαριτάρι.
Θεσσαλονίκη – Αθήνα, ένα ταξίδι.
Απόψε αναμετριέται η ψυχή σου,
τα θέλω, οι ενοχές, τα όνειρά σου
κι όλα όσα φύγαν και τα πίστεψες δικά σου.

Θεσσαλονίκη – Αθήνα και γυρίζει
η σκέψη στην παλιά τη γειτονιά σου,
έρημος δρόμος, η άσφαλτος να καίει,
κι εσύ τραβάς χαμένος στα όνειρά σου.

Marinero

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

ΣΤΟΝ ΜΑΝΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ


Της Σύρας τα καντούνια σε αναθρέψαν,
τα βήματα του Βαμβακάρη στα στενά,
της Άνω Πόλης τα σοκάκια σε θυμούνται,
όταν μονάχος τριγυρνούσες και κοιτούσες,
και γύρευες τα χνάρια για να βρεις,
του Εμανουήλ Ροΐδη, ή του Σουρή.
Κοιτούσες τις σκιές που επιστρέφουν
στου δειλινού το μούχρωμα και δίναν
ζωή στης φαντασίας την ανάμνηση.
Ηθοποιοί και πρωταγωνιστές και πριμαντόνες,
και αίθουσες θεατρικές που χουν γκρεμίσει.
Τραγούδια και πεζά για ξεχασμένους
κι όσους περάσαν κι έχουν φύγει μες το χρόνο,
τραγούδια που πονούν κι εμέ και εσένα
και που τα σιγοψιθυρίζουν τους χειμώνες,
οι άνεμοι που τα βουνά τους βγάζουν
και ρυτιδώνουν τα νερά μες το λιμάνι,
έτσι όπως σφυρίζουνε στα κρένια*
του Νεωρίου που δεν έχει πια καράβια,
και που ξεσπούν σαν κύμα στα μουράγια.

Τραγούδια και παλιές φωτογραφίες
και θύμησες και εικόνες περασμένες.
Τραγούδια που τα έχουν τραγουδήσει
κι έχουν τη νοσταλγία στα στιχάκια,
για πρόσωπα, για τις παλιές ημέρες.

Marinero

*Κρένια= Γερανοί του πλοίου ή του ναυπηγείου

ΝΑΥΑΓΙΟ 2


Μαύρο πικρό βαπόρι σιδερένιο,
φορτώνει μαύρη πίκρα και καημό.
Φεύγει μακρύ ταξίδι, μεσοπέλαγα,
βουλιάζει, χάνεται αύτανδρο, σ΄ ωκεανό.
Μένουνε στην ορφάνια τα παιδιά,
μαύρα φορά η μάνα κι η αρραβωνιαστικιά.
Μαύρο πικρό βαπόρι και κακορίζικο,
πήρες μαζί λεβέντες μες το βυθό.
Τώρα τα φύκια έχουν για πανωπάπλωμα,
μοιρολογούν οι φώκιες τα χαράματα.
Άδεια μνημούρια, άγραφοι σταυροί,
μόνες γυναίκες, δύσκολοι καιροί.

Marinero

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΜΕ ΓΕΛΑΣΕΣ


Με γέλασε μια χαραυγή
της Άνοιξης τ΄ αηδόνι,
μου έταξε την αγάπη σου
θα ΄χω παντοτινά.
Με γέλασε ένα δειλινό
ο ήλιος που ΄χε δύσει
Δευτέρα δίχως Κυριακή,
ζωή δίχως χαρά.

Γιατί έφυγες ένα πρωΐ,
πριν να ξυπνήσει ο ήλιος,
σκοτείνιασε ο ουρανός,
κι έμεινα μοναχή.

Με γέλασαν μια χαραυγή
οι όρκοι, τα φιλιά σου,
που βγήκαν όλα ψεύτικα,
όλα απατηλά.
Με γέλασαν τα μάτια σου
και το γλυκό σου στόμα
και τώρα που είσαι μακριά,
σ΄ άλλη δίνεις φιλιά.

Marinero

ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ


Πώς θες να βγεις το δειλινό
σαν άστρο, σαν φεγγάρι
κι ο αγέρας να σου πάρει
τραγούδι και φωνή
και να την πάει στα πέρατα,
να ακούσουν οι χαμένοι
κι οι θαλασσοδαρμένοι,
να δουν την αστραπή
που βγάζουν τα δυο μάτια σου
τη ρότα να χαράξουν,
να βρουν στεριά να αράξουν,
να βρουν παρηγοριά.
Να θυμηθούν τη μάνα τους,
την αγαπητικιά τους,
να γίνουνε δικά τους
αστέρια κι ουρανοί
κι απέ ως θα ψηλώνουνε
τα κύματα, τα βράχια,
ναυαγισμένα ξάρτια
να βγούνε στη στεριά.
Να μην τρομάζει ο θάνατος
κι άγρια τρικυμία,
του Αίολου η μανία,
του Ποσειδώνα η ορμή.
Μα να χουνε τη δύναμη,
να κάνουνε κουράγιο,
μην φοβηθούν ναυάγιο
και βράχια κοφτερά.
Για να να ποδίσουν στα ρηχά,
να πιάσουν τα τραγούδια,
να ονειρευτούνε γλέντια
και μια γλυκιά αγκαλιά.

Marinero