Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΕΡΗΜΙΤΗ*




                                                                                               Χαρισμένο στον Ηλία

Μια θαλασσινή ιστορία με εξανθρωπισμένα θαλάσσια όντα, για τη φιλία, τη μόλυνση και την ανάγκη της κοινωνικοποίησης.

ΠΡΟΣΩΠΑ

Αφρούλα και Βυθούλα: Οι δυο γοργόνες αφηγήτριες. (Οι αφηγητές μπορούν να γίνουν και περισσότεροι).
Κοσμάς Ερημίτης: Ο ήρωας του έργου μας (είναι ένας μικρός Ευπάγουρος)*
Σούλα Τσιπούρα:  Η ηρωίδα του έργου μας. (Μικρό ψαράκι όπως λέει και το όνομα της τσιπούρα. )
Ραλλού Χειλού: Η σωτήρας της μικρής Σούλας και «μεταφορικό μέσο» για τον Κοσμά. (Μεγάλο ψάρι χειλού ή χελού όπως μαρτυρά και το όνομά της.)
Αντώνης Χταπόδης: Χταπόδι που λιγουρεύεται τον Κοσμά (Το δεύτερο κακό μετά τη μόλυνση της ιστορίας μας.)
Κούλα Τσιπούρα και Νώντας Τσιπούρας: Οι γονείς της Σούλας (Μεγάλες τσιπούρες.)
Δήμαρχος των ερημιτών: Μεγάλος Ευπάγουρος
Ένας ψαράς: Ξεψαρίζει τα δίχτυα του και τραγουδάει το τραγούδι «Μες του Αιγαίου τα νησιά» (Εμφανίζεται στην αρχή και στο τέλος της παράστασης.)
Γιαγιά: Μια μεγάλη σε ηλικία γυναίκα που αρχίζει τη διήγηση της ιστορίας του Κοσμά.
Ένα παιδί, ένας ναύτης μια σμέρνα

Σ.Σ: 1- Ο σκηνοθέτης μπορεί να προσθέσει και άλλα πρόσωπα που απλώς αναφέρονται στο έργο χωρίς ιδιαίτερη δράση.
2- Οι παράγραφοι με τα λοξά γράμματα στο κείμενο, αποτελούν σκηνοθετικές οδηγίες του συγγραφέα.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ή ΠΩΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΚΟΣΜΑΣ Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ.
Μια φορά κι έναν καιρό πριν από 26 χρόνια περίπου, ζούσε στην Κάλυμνο ένα μικρό αγόρι που το έλεγαν Ηλία. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ που ο αέρας λυσσομανούσε και η θάλασσα ορμούσε με κύματα να καταπιεί τα βράχια της ακτής, ο μικρός Ηλίας (ήταν δεν ήταν 6 χρονών) αισθανόταν φόβο και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ζήτησε λοιπόν από τον μπαμπά του να μείνει μαζί του δίπλα στο κρεβάτι και να του πει ένα παραμύθι έως ότου τον πάρει ο ύπνος. Έτσι δημιουργήθηκε ο “Κοσμάς ο Ερημίτης”. Από την αγριότητα της θάλασσας και τον άνεμο, τους νυχτερινούς φόβους ενός μικρού αγοριού και την γόνιμη φαντασία του δημιουργού του. Βεβαίως η προφορική εκείνη διήγηση εμπλουτίστηκε και μεγάλωσε, έως ότου μετατράπηκε σε θεατρικό κείμενο και έφτασε στο αποτέλεσμα που θα δείτε.
Καθίστε αναπαυτικά και απολαύστε την παράσταση.
Καλή διασκέδαση.
Δημήτριος Σ. Προβάδος


Σκηνή Πρώτη: Ένας Ψαράς, στη βάρκα του, ξεψαρίζει τα δίχτυα του και τραγουδάει


Ψαράς: Τραγουδάει «Μες του Αιγαίου» ενώ καθαρίζει τα δίχτυα του και που και που παραμιλάει..
- Φτου, πάλι δεν πιάσαμε πολλά πράγματα και σήμερα. Τσάμπα πήγε το ξενύχτι. Δύσκολη η δουλειά του ψαρά. Πώς λέει να δεις η παροιμία; Του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο, δέκα φορές ειν αδειανό και μια φορά γεμάτο.

Σκηνή Δεύτερη: Μια ηλικιωμένη γυναίκα στην κουζίνα της ετοιμάζει το φαγητό.

Γιαγιά: Ενώ ετοιμάζει το πιάτο που θα στείλει στον ψαρά για να φάει το μεσημέρι και να το δώσει στον εγγονό της.
- Έλα παιδάκι μου, σύρε να μας μέχρι το γιαλό να δώσεις εκείνου του έρμου που δουλεύει ολημερίς να φάει μια μπουκιά ψωμί να στυλωθεί…  Αχ, αν δεν ήταν κι αυτός πώς θα ζούσαμε με μια ψωροσύνταξη που δεν φτάνει και που όλο την κόβουν, κι όλο πιο μικρή γίνεται; Άντε παιδάκι μου να χεις την ευχή μου, κι ύστερα έλα να βάλω να φάμε κι εμείς. Έλα και θα σου πω μια ιστορία για ένα μικρό καβουράκι, έναν Κοσμά Ερημίτη, που μου την είχε πει κι εμένα η γιαγιά μου.
Αφού γυρίσει το παιδί από την δουλειά που το έστειλε, γυρίζει προς  την πλατεία
- Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά τα χρόνια, που λέτε…

Σκηνή Τρίτη: Στη θάλασσα οι δυο γοργόνες τραγουδούν και διηγούνται.

ΟΙ ΔΥΟ ΓΟΡΓΟΝΕΣ

Είμαστε δύο γοργόνες
η Αφρούλα κι η Βυθούλα
Αφρούλα: Μου αρέσει ο αφρός.
Βυθούλα: Κι εμένα ο βυθός.
Και οι δυο: Ζούμε μες τη θάλασσα
καλοσύνη ή φουρτούνα
δεν μας νοιάζουνε εμάς.
Την περνάμε μια χαρά,
με τραγούδια και παιχνίδια,
με ψαράκια, με καβούρια και με στρείδια.

Θα σας πούμε μια ιστορία
για ένα όστρακο μικρό.
Δεν θα είν πολύ μεγάλη,
δεν θα είναι για κακό,
θα μιλάει για τη φιλία.

Στίχοι:      Δ.Προβάδος
Μουσική: Β.Βαλαβάνης


Αφρούλα: Γεια σας παιδιά. Πώς περάσατε τις διακοπές σας; Όσοι πήγατε στη θάλασσα, και κάνατε βόλτες στην παραλία ίσως βρήκατε κάτι μικρά όστρακα που άδεια πια από τους ενοίκους τους τα βγάζει η θάλασσα στην ακτή. Μπορείτε με αυτά τα οστρακάκια παιδιά, να φτιάξετε βραχιόλια και κολιέ. Αν είστε κοριτσάκια να τα φορέσετε.
Βυθούλα: Και αν είστε αγοράκια, μπορείτε να τα χαρίσετε στη μητέρα σας ή στην αδελφή σας. Σε αυτά λοιπόν τα οστρακάκια ζουν κάτι μικρά καβουράκια που τα λένε Ερημίτες. Για ένα τέτοιο μικρό καβουράκι θα σας πω. Άκουσα την ιστορία του κάποιο απόγευμα να τη διηγείται ένα δελφίνι στα μικρά του, και επειδή μου άρεσε πολύ θέλω να την μοιραστώ μαζί σας. Το καβουράκι της ιστορίας μας το λένε Κοσμά Ερημίτη.

Αφρούλα: Ο Κοσμάς ο Ερημίτης λοιπόν, ζούσε σε ένα μικρό κρυφό ορμίσκο. Κάθε πρωί που ξυπνούσε, αφού έκανε την τουαλέτα του και καθάριζε το όστρακο του, έτρωγε το πρωινό του που το αποτελούσαν κάτι μικρά αόρατα σε μας ζωάκια που τα λένε πλαγκτόν. - Εμείς μπορούμε να τα δούμε μονάχα το βράδυ σα μικρά αστεράκια που λαμπιρίζουν όταν ταραχτεί το ήσυχο νερό της θάλασσας -. Καμιά φορά έτρωγε και πρασινάδα από τις πέτρες του βυθού.
Βυθούλα: Έπειτα έκανε την καθημερινή του βόλτα στο βραχώδη βυθό της περιοχής του  και παρατηρούσε με τα έκπληκτα μάτια του την κίνηση στην θάλασσα, μέχρι εκεί που έβλεπε φυσικά. Άκουγε από μακριά το θόρυβο από τις προπέλες των μικρών και μεγάλων καραβιών που περνούσαν ανοιχτά και τα καΐκια και τις βάρκες που πήγαιναν για ψάρεμα.

Αφρούλα: Καμιά φορά η σκιά της βάρκας κάποιου ψαρά σκίαζε το φως στο βυθό. Αυτό τον έκανε να τρομάζει και να κρύβεται στο όστρακο του. Μια τέτοια βάρκα άραξε στην παραλία του μια μέρα. Ξαφνικά ακούστηκε ένα μπλουμ και κάτι έπεσε στην θάλασσα. Ήταν ένα μικρό ασημένιο ψαράκι.
Βυθούλα: Το ψαράκι ζαλισμένο στην αρχή από το πολύ οξυγόνο της στεριάς που είχε αναπνεύσει, έπλεε με την κοιλίτσα του προς τα πάνω στην επιφάνεια του νερού. Σιγά – σιγά βρίσκοντας την ανάσα του έκανε, χαμένο και έξω από τα νερά του όπως λέμε, κάποιους κύκλους γύρω από τον εαυτό του. Σε λίγο γύρισε κανονικά και άρχισε να κουνά δειλά την ουρίτσα του και τα πτερύγια του πηγαίνοντας σταδιακά προς το φιλόξενο βυθό.

Βυθούλα:  Ήταν τέτοια ακόμα η ζαλάδα του που, κατεβαίνοντας δεν πρόσεξε τον κρυμμένο στο όστρακο του Κοσμά τον Ερημίτη και χτύπησε το κεφάλι του, κάνοντας ένα μεγάλο καρούμπαλο.

Σκηνή Τέταρτη: μαζί με τις γοργόνες εμφανίζονται και συμμετέχουν στη δράση και οι πρωταγωνιστές της ιστορίας μας ο Κοσμά και η Σούλα

Σούλα: - Ωχ, κάπου χτύπησα και με πονάει το κεφαλάκι μου. Τι τσαπατσούληδες που είναι μερικοί. Πετούν τα πράγματα του όπου βρουν.
Γύρισε και είδε το όστρακο.
-Έ απρόσεχτε δεν βλέπεις μπροστά σου; έπεσες επάνω μου.

Κοσμάς: - Εσύ έπεσες επάνω μου είπε ο Κοσμάς ο Ερημίτης
βγάζοντας από το όστρακο δειλά – δειλά τις κεραίες που πάνω τους ήταν τα μάτια του. Δε φτάνει που είσαι απρόσεκτη φωνάζεις κι από πάνω
είπε θυμωμένος. Το ψαράκι άρχισε να κλαίει με παράπονο και  του λέει:
Σούλα: - Είσαι κακός και γι αυτό με μαλώνεις. Εμένα, που μόλις γλίτωσα την ζωή μου από το ψαρά, και που μακριά από την μαμά μου δεν έχω ιδέα που βρίσκομαι.

Αφρούλα και Βυθούλα: Του Κοσμά του Ερημίτη του έφευγε λίγο – λίγο ο θυμός και τον έπιασε συμπόνια για το μικρό χαμένο ψαράκι. Άσε που ήταν και το μοναδικό ζωντανό πλάσμα που έβλεπε από τότε που μια περαστική καραβίδα τον πληροφόρησε πως η θάλασσα δεν είναι μονάχα αυτό το μικρό κομμάτι νερού που κατοικεί, αλλά είναι απέραντη και δεν τελειώνει ποτέ. Έχει μάλιστα τόσα πολλά ζώα και ψάρια και φυτά, όσα δε χωράει το μυαλουδάκι του. Από τότε ο Κοσμάς ο Ερημίτης είχε το όνειρο να ταξιδέψει στην απέραντη θάλασσα και να δει κι άλλους κόσμους εκτός από το δικό του. Τώρα με τούτο το μικρό ψαράκι είχε την ευκαιρία να ανταλλάξει δυο κουβέντες και να διασκεδάσει τη μοναξιά του.

Κοσμάς: - Πως σε λένε και τι είσαι;

Σούλα: - Το όνομα μου είναι Σούλα και είμαι μια μικρή τσιπούρα.

Κοσμάς: - Μπορεί να γίνεις και μεγαλύτερη;
Ρωτάει τη Σούλα την τσιπούρα ο Κοσμάς ο Ερημίτης με απορία και φόβο.
Σούλα: - Ου… πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι είμαι τώρα. Η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου είναι δέκα φορές πιο μεγάλοι από μένα.

Κοσμάς: Μα εσείς τρέφεστε με καβουράκια σαν εμένα.
Μπαίνει γρήγορα όσο πιο βαθιά μπορούσε στο όστρακο του και της λέει με υπόκωφη από το βάθος της κρυψώνας του, φωνή.
- Δεν πρέπει να σου μιλάω. Είσαι εχθρός, και μπορεί να με φας.

Η Σούλα η Τσιπούρα στενοχωριέται με το φόβο του καινούριου της φίλου και την έλλειψη της εμπιστοσύνης του.

Σούλα: - Είσαι χαζός του είπε πειραγμένη. Αφού γίναμε φίλοι, πρέπει να με εμπιστευτείς. Οι φίλοι αγαπούν και εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο, δεν τρώγονται μεταξύ τους.
Και του γυρνά στα μούτρα την ουρά της.
Ο Κοσμάς ο Ερημίτης στεναχωριέται και κάνει προσπάθειες να την καλοπιάσει και να την πείσει πως ό,τι είπε το είπε από το φόβο του και όχι γιατί το πίστευε.

Κοσμάς: - Να, της είπε, θα σου δείξω πως χορεύει ο ξάδερφός μου ο κάβουρας που ζει στα βράχια της ακτής. Εκείνος είναι μεγάλος και δε φοβάται σαν εμένα, γι αυτό καμία φορά τα βράδια βγαίνει και τρώει τα χορταράκια στα βράχια δίπλα στην θάλασσα.
Βγαίνει σχεδόν ολόκληρος έξω από το καβούκι του, αρχίζει να περπατάει λοξά και να κάνει  αστεία πηδήματα.
Η Σούλα η Τσιπούρα  ξεχνά πως του είχε κακιώσει και ξεσπά σε γέλια.

Σούλα: -Φίλοι;

Κοσμάς: -Φίλοι!
Της απαντά ο Κοσμάς γελώντας κι αυτός.
Φίλοι. Μα για πες μου, πώς βρέθηκες εδώ;

Σούλα: -Μ΄ έφερε ένα ψαράς αποκρίθηκε η Σούλα. Ήρθε με την βάρκα του στην παραλία και   άρχισε να ξεψαρίζει** τα δίχτυα του. Ό,τι ήταν άχρηστο για τους ανθρώπους και είχε πιαστεί στα δίχτυα το πετούσε στη θάλασσα. Ανάμεσα στην τραγάνα***  και τα φύκια, έπεσα στο νερό κι εγώ. Θες γιατί ξέφυγα από το μάτι του διχτυού, θες γιατί δεν με ήθελε ο ψαράς γιατί είμαι πολύ μικρή και με πέταξε στη θάλασσα; Δεν ξέρω. Το γεγονός είναι ότι γλύτωσα από αυτόν και είμαστε τώρα μαζί και μιλάμε.
Με αυτά και μ΄ αυτά περνάει η ώρα και ήρθε το βράδυ.

Σούλα: -Ααααα, νύσταξα, θέλω να κοιμηθώ
χασμουριέται η Σούλα,
.
Κοσμάς: -Κι εγώ νυστάζω της έλα να κοιμηθούμε και τα ξαναλέμε το πρωί.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ

Ήταν  ένα  καβουράκι

που  το  λέγανε  Κοσμά,
έμενε  μέσα  στο  βράχο
σε  μια  σκοτεινή  σπηλιά.

Το  φωνάζουν  Ερημίτη
μοναχούλης  τριγυρνά,
έχει  όστρακο  για  σπίτι
που  συνέχεια  κουβαλά.

Κάποια  μέρα  τι  χαρά
στη  μικρή  τoυ  γειτονιά
ήρθε  μια  μικρή  τσιπούρα
κι έρημος  δε  θα ναι  πια (2).

Δε  θα  είμαι  πια  μονάχος
σκέφτηκε  ο  φίλος  μας
και  φωτίστηκε  ο  βράχος
χάρηκε  πολύ  ο  Κοσμάς.

Πω, πω  γέλια  και  παιχνίδια
και  τραγούδια  ζωηρά
πρασινίζανε  τα  φύκια
και  γελούσαν   τα  νερά.

Κάποια  μέρα…

Στίχοι:      Δ.Προβάδος
Μουσική: Β.Βαλαβάνης


Περνούσε η ώρα αλλά ενώ ο Κοσμάς κοιμόταν, η Σούλα που να κλείσει μάτι.
Σούλα: Έ, ξύπνα, φοβάμαι να κοιμηθώ, ξύπνα επί τέλους υπναρά.
Σκουντά τον Κοσμά,

Κοσμάς: -Μμμμ, τι τρέχει, έγινε κάτι και με ξυπνάς;
Είναι αγουροξυπνημένος,

Σούλα: -Έγινε κύριε πως φοβάμαι να κοιμηθώ χωρίς τη μαμά μου και μάλιστα σε ένα μέρος που μου είναι άγνωστο.
Κοσμάς: -Ε, και τι θες να γίνει, ρώτησε ο Κοσμάς, να σε νανουρίσω; Ή να σε κρατώ από το χέρι μέχρι να σε πάρει ο ύπνος;

Σούλα: Ναι, να με κρατάς από το χέρι, Έ, το πτερύγιο θέλω να πω, είπε η Σούλα.
Έτσι κι έγινε, όλο το βράδυ τα δυο μικρά ζωάκια κοιμούνται μαζί. Η μικρή τσιπούρα  κρατά  τη δαγκάνα του Κοσμά  με το πλαϊνό της πτερύγιο.

Αφρούλα: -Το πρωινό βρήκε τα δυο ψαράκια να κοιμούνται ακόμα. Έτσι δεν κατάλαβαν την κυρία Ραλλού τη Χειλού, ένα ψάρι που γίνεται μεγάλο σαν και τις τσιπούρες αλλά τα χείλια του είναι πιο πεταχτά από των άλλων ψαριών, και γι αυτό το ονομάζουνε χειλού. Η κυρία Ραλλού η Χειλού είχε βγει για το πρωινό της φαγητό και, τυχαία είναι αλήθεια, βρέθηκε στην περιοχή που κατοικούσε ο Κοσμάς ο Ερημίτης. Είδε με τα μεγάλα πεταχτά της μάτια  τους δυο μικρούς φίλους μας και τους πλησίασε.

Σκηνή Πέμπτη: στην παρέα προστίθεται και η Ραλλού η Χειλού.

Ραλλού: -Έ υπναράδες τους. Δεν βαρεθήκατε να κοιμάστε ακόμα; Ο ήλιος ανέβηκε σχεδόν στη μέση του ουρανού και σεις κοιμόσαστε;

Αφρούλα: -Οι δυο μας μικροί φίλοι  ξύπνησαν. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Κοσμάς ο Ερημίτης μόλις είδε την κυρία Ραλλού τη Χειλού, ήταν να κρυφτεί στο βάθος του οστράκου του. Αλλά και η μικρή Σούλα η Τσιπούρα, δεν πήγαινε πίσω. Τρομαγμένη κρύφτηκε πίσω από το όστρακο του φίλου της, αλλά επειδή φαίνονταν και πίσω από την κρυψώνα της, έκλεισε τα μάτια της να μη βλέπει την κυρία Ραλλού τη Χειλού, πιστεύοντας ότι επειδή δεν έβλεπε αυτή, δεν θα την έβλεπαν και οι άλλοι. Η κυρία Ραλλού η Χειλού, ξέσπασε σε γέλια με την αφέλεια του μικρού ψαριού. Έπειτα σοβαρεύτηκε και τους είπε:

Ραλλού: - Ελάτε, ελάτε κανείς δεν σα σας πειράξει. Μη φοβάστε. Ελάτε και θέλω να σας ρωτήσω κάτι.

Τα δυο μικρά πλάσματα σταματούν να κρύβονται  και βγαίνουν στην αρχή δειλά αλλά με όλο και περισσότερο θάρρος. Καλημερίζουν με μια φωνή την κυρία Ραλλού τη Χειλού, χαμηλώνοντας με ντροπή για το προηγούμενο φέρσιμό τους τα μάτια.

Κοσμάς και Σούλα: - Καλημέρα μαντάμ.

Ραλλού: - Δεν είμαι μαντάμ. Το όνομα μου είναι κυρία Ραλλού η Χειλού. Όπως καταλαβαίνετε και από το όνομα μου είμαι ψάρι και ανήκω σ’ εκείνο το είδος που οι άνθρωποι αποκαλούν χειλούδες, διαδίδοντας στα ψεμματα ότι έχουμε μεγάλα χείλια. Υπερβολές!

Βυθούλα: -Ο Κοσμάς ο Ερημίτης και η Σούλα η Τσιπούρα, αισθάνθηκαν την ανάγκη να γελάσουν σε αυτά τα λόγια της κυρίας Ραλλούς της Χειλούς, αλλά θυμήθηκαν πως οι καλοί τρόποι δεν επιτρέπουν να γελάμε με τα λόγια των άλλων, ούτε και να τους κοροϊδεύουμε. Έτσι συγκράτησαν το γέλιο τους και της συστήθηκαν.

Κοσμάς: - Εγώ είμαι ο Κοσμάς ο Ερημίτης. Όπως λέει και το όνομα μου, ζω μοναχός μου σ’ αυτήν την παραλία, αν και τώρα τελευταία μας έφαγε ο συνωστισμός. Ωχ, πάλι γκάφα έκανα.
σκέφτηκε όταν κατάλαβε τι είπε και κοίταξε τη φίλη του να δει αν κατάλαβε τίποτα. Ευτυχώς η μικρή τσιπούρα δεν κατάλαβε τίποτα. Συστήθηκε και αυτή με την σειρά της:

Σούλα: - Καλημέρα. Είμαι η Σούλα η Τσιπούρα από την γειτονιά του μεγάλου ύφαλου. Έφτασα εδώ επειδή ξέφυγα από το δίχτυ κάποιου ψαρά που με είχε πιάσει, και ήρθε σ’ αυτή την μεριά της θάλασσας να ξεψαρίσει. Έτσι βρέθηκα εδώ και ευτυχώς που βρήκα τον καινούριο μου φίλο τον Κοσμά τον Ερημίτη, και πέρασα την νύχτα σε αυτό το άγνωστο μέρος χωρίς να φοβάμαι.

Αφρούλα:  -Στο άκουσμα αυτών των λέξεων ο Κοσμάς ο Ερημίτης ένοιωσε να μετανιώνει για τα λόγια που είπε πριν αλλά και να φουσκώνει από υπερηφάνεια. Δεν είναι δα και μικρό πράγμα να είσαι ένα από τα πιο δειλά ζώα και ξαφνικά να βρίσκεται κάποιος να μη φοβάται, μόνο και μόνο γιατί είσαι μαζί του και σε κρατά όταν κοιμάται από το χέρι. Έ… την δαγκάνα θέλω να πω. Η κυρία Ραλλού η Χειλού γούρλωσε κι άλλο τα μάτια της.

Ραλλού: - Ποια είπες πως είσαι; φώναξε.

Σούλα: - Η Σούλα η Τσιπούρα, γιατί;
Της απαντά το ψαράκι με απορία για την αντίδραση της, όταν της είπε το όνομα της.

Ραλλού: - Η Σούλα η Τσιπούρα… μήπως είσαι κόρη της κυρίας Κούλας της Τσιπούρας και του κυρίου Νώντα Τσιπούρα ;
Σούλα: - Ναι κόρη τους είμαι γιατί;

Ραλλού: - Τι γιατί βρε άμυαλο παιδί. Η μαμά σου κι ο μπαμπάς σου έχουν φάει τον κόσμο να σε ζητούν, κλαίνε και οδύρονται όλη τη μέρα κι εσύ ρωτάς γιατί; Αλλά έτσι είσαστε εσείς τα παιδιά. Μόλις βρείτε ευκαιρία ξεπορτίζετε και δε σας νοιάζει  αν οι γονείς σας ανησυχούν και σας γυρεύουν.
Φωνάζει με θυμό η κυρία Ραλλού η Χειλού.
Στο άκουσμα αυτού του μαλώματος δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια της Σούλας της Τσιπούρας.

Σούλα: - Με ζητούν οι γονείς μου… γρήγορα να φύγω να πάω κοντά τους. Γεια σου Κοσμά Ερημίτη για σας κυρία Ραλλού Χειλού. Φεύγω… τρέχω… πάω στο σπίτι μου. Κι σπρώχνει δυνατά με την ουρά της το νερό για να φύγει. Η κυρία Ραλλού η Χειλού  την πιάνει από το πλαϊνό πτερύγιο και τη σταματάει.

Ραλλού: - Έ, βιαστικό πλάσμα… περίμενε. Πού πας; ξέρεις το δρόμο για το μεγάλο ύφαλο; περίμενε, θα πάμε μαζί.

ΕΝΑ ΨΑΡΑΚΙ ΤΑΞΙΔΙΑΡΙΚΟ (το τραγούδι της Σούλας)

Ένα  τόσο  δα  ψαράκι  
έφυγε  για  ταξιδάκι
μες  στα  φύκια  του  βυθού
στα  χαλίκια  του  γιαλού.

Μες  στα  πέλαγα  γυρίζει
και  μαθαίνει  και  γνωρίζει,
βλέπει  ζώα  κι  άλλα  ψάρια
όστρακα  και  καλαμάρια.

Και κοράλλια  και  σφουγγάρια
στρείδια  με  μαργαριτάρια
και  χταπόδια  και  ροφούς
καραβίδες  κι  αστακούς.(2)

Ένα  τόσο  δα  ψαράκι  
έφυγε  για  ταξιδάκι
σε  μια  θάλασσα  πλατιά
πού χει  χώρες  και  νησιά.

Αγναντεύει  μήνες, χρόνια
τις  βαρκούλες, τα  βαπόρια,
μες  στα  κύματ’ αρμενίζει
και  στη  θάλασσα  που  αφρίζει.

Μα  κουράστηκε  μονάχο
κάθισε  σε  κάποιο  βράχο
θέλει  πίσω  πια  να ρθεί
μα  φοβάται  μη  χαθεί.(2)
Ένα  τόσο  δα  ψαράκι  
έφυγε  για  ταξιδάκι…

Στίχοι:      Δ.Προβάδος
Μουσική: Β.Βαλαβάνης


Ραλλού: Γυρνά στον Κοσμά τον Ερημίτη τον ρωτά:
- Δεν έρχεσαι και συ μαζί μας Κοσμά ; δε βαρέθηκες να είσαι συνέχεια μοναχός σου και να μην έχεις κάποιον για παρέα; να μιλάς μαζί του, να παίζεις μαζί του, να του λες τα σχέδια σου;

Το μικρό καβουράκι μένει σκεπτικό.
Κοσμάς: Η αλήθεια είναι πως βαρέθηκα τη μοναξιά και μάλιστα τώρα που γνώρισα την καινούρια μου φίλη την Σούλα την Τσιπούρα, η επιθυμία μου για παρέα και μάλιστα μαζί της είναι όλο και πιο δυνατή. Φοβάμαι όμως το άγνωστο και για την απεραντοσύνη που απλώνονταν μπροστά μου πρέπει να το σκεφτώ. Δεν είναι μικρό πράγμα άλλωστε να παρατάς τον τόπο που μεγάλωσες και να ξενιτεύεσαι σε άλλους άγνωστους τόπους. Έπειτα είναι και μια άλλη δυσκολία. Μεγαλύτερη ίσως από την προηγούμενη. Η δυσκολία της μετακίνησης. Δεν είναι εύκολο για μένα, ένα μικρό καβουράκι με κάτι ποδαράκια τόσα δα να περπατήσω όλη αυτήν την απόσταση μέχρι το μεγάλο ύφαλο με τους χιλιάδες κινδύνους στο δρόμο. Το πράγμα θέλει μεγάλη σκέψη.

Όση ώρα σκέπτεται ο φίλος της η μικρή Σούλα η Τσιπούρα κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα.
Σούλα: - Έλα Κοσμά Ερημίτη, έλα μαζί μας. Θα δεις, θα περνάμε ωραία. Όλη μέρα θα είμαστε μαζί. Θα παίζουμε, θα μιλάμε, θα χορεύουμε… Έλα.
Ο Κοσμάς ο Ερημίτης την κοιτά αναποφάσιστος.
Κοσμάς: -Να έρθω μαζί σας  είναι μια κουβέντα. Πού να φύγω από την ήσυχη γωνιά μου και να γυρεύω ταξίδια και περιπέτειες σε μεγάλους υφάλους και άλλα μέρη του βυθού. Είμαι εγώ πλασμένος για τέτοια μεγάλα πράγματα; Εγώ θέλω την ησυχία και την ασφάλεια μου. Γύρισε και είπε στη φίλη του δε μπορώ να έλθω μαζί σας Σούλα. Εμένα το σπίτι μου είναι εδώ. Άσε που το ταξίδι είναι μεγάλο και πώς θα έλθω μέχρι εκεί. Πήγαινε εσύ που σε γυρεύει η μαμά σου και άσε με εμένα. Εγώ θα μείνω εδώ.
Η Σούλα η Τσιπούρα  είναι έτοιμη  πάλι να βάλει τα κλάματα.
Σούλα: -Έλα Κοσμά μαζί μας και μη φοβάσαι θα είμαστε μαζί, θα σε προσέχω και θα με προσέχεις στο δρόμο. Δεν θα μας συμβεί κανένα κακό, έλα.
Ο Κοσμάς ο Ερημίτης βλέποντας τη φίλη του δακρυσμένη, αλλάζει την απόφαση του. Κοσμάς: -Καλά, καλά, μην κλαις, θα έλθω κι εγώ μαζί αλλά θέλω να με βοηθήσετε γιατί δε θα μπορέσω μόνος μου να φτάσω τόσο μακριά.

Ραλλού: -Θα σε μεταφέρω εγώ στο στόμα μου είπε η κυρία Ραλλού η Χειλού.

Κοσμάς: Κι άμα ξεχαστείς και καταπιείς, τι γίνεται τότε, μου λες;

Βυθούλα: Μη ξεχνάτε παιδιά πως για τα ψάρια σαν την κυρία Ραλλού τη Χειλού τα καβουράκια σαν τον Κοσμά τον Ερημίτη ήταν εξαιρετικός μεζές. Ιδιαίτερα όταν ήταν έξω από το όστρακό τους. Έτσι αυτή η ιδέα αποκλείστηκε  και από τους δυο μικρούς μας φίλους.

Σούλα: - Άλλο , άλλο τρόπο μεταφοράς κυρία Ραλλού Χειλού δεν έχετε να προτείνετε;
Ρωτά η Σούλα η Τσιπούρα, που κάτι καταλάβαινε από τη δυσκολία του εγχειρήματος, και τα σάλια που βλέπει να τρέχουν απ’ το στόμα της κυρίας Ραλλούς της Χειλούς.

Ραλλού: - Έ, τι άλλο τρόπο. Μη μου πεις πως θέλεις να τον κουβαλήσω και στην πλάτη μου.

Σούλα: - Αχ ναι, κυρία Ραλλού Χειλού νομίζω ότι στην πλάτη σας θα είναι ένας άνετος τρόπος μεταφοράς του Κοσμά . Άσε που εκεί πάνω δε θα κινδυνεύει να ξεχασθείτε και να τον κάνετε μια χαψιά.
Ο Κοσμάς ο Ερημίτης ακούει την συζήτηση των δύο ψαριών αμίλητος και ανησυχεί, όταν σκέφτηκε πως μπορούσε να τον κάνει μια χαψιά η κυρία Ραλλού η Χειλού.

Κοσμάς: - Δεν πάω πουθενά φώναξε. Δε θέλω να με καταπιεί η κυρία Ραλλού η Χειλού. Δεν πάω πουθενά.

Αφρούλα: -Πάλι ετοιμάστηκε να βάλει τα κλάματα η Σούλα η Τσιπούρα. Πού έβρισκε την ευκολία για κλάματα αυτό το κορίτσι; Μια μικρή αφορμή και έτοιμη ήταν να βάλει τα κλάματα. Για να μην τα πολυλογούμε μετά από αρκετή κουβέντα και πολλές αντιρρήσεις αποφασίστηκε η μεταφορά του Κοσμά του Ερημίτη στην πλάτη της κυρίας Ραλλούς της Χειλούς, τουλάχιστον στην αρχή του ταξιδιού και μετά θα έβλεπαν.

Σκηνή Έκτη: Το ταξίδι του Κοσμά και η μόλυνση.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΑ

Του ρθε  κέφι  μιαν  αυγή
 να  γυρίσει  όλη  τη  γη
 [του  Κοσμά  του  Ερημίτη
  πού χει  όστρακο  για  σπίτι.(2)]

 Όμως,  στ’ άγνωστο  να  πάει
 μοναχός,  δεν  του  βαστάει
   απόσταση  μεγάλη
 σκέφτεται  πως  θα  τη  βγάλει.(2)]

 Μια  «χειλού» περαστική
 στάθηκε  πονετική
 [βάζει  τον  Κοσμά  στον  ώμο
 παίρνουνε  μαζί  το  δρόμο.(2)]

Έτσι αλλάζει  γειτονιά
πάει  τώρα  στα  βαθιά
[βρήκε  το  καβούρι  τρόπο
ταξιδεύει  δίχως  κόπο.(2)]

Στίχοι:      Δ.Προβάδος
Μουσική: Β.Βαλαβάνης



Βυθούλα: - Το ταξίδι στην πλάτη της κυρίας Ραλλούς της Χειλούς, καλά πήγαινε. Ο Κοσμάς ο Ερημίτης κρατιόταν από το ραχιαίο πτερύγιο της και απολάμβανε το ταξίδι του. Τα μάτια του δε χόρταιναν να βλέπουν τις καινούριες εικόνες που ξεδίπλωνε μπροστά του ο βυθός. Πυκνά δάση φυκιών που φιλοξενούσαν μέσα τους διάφορα ψάρια μεγάλα και μικρά. Κρυψώνες αλλά και τόποι φαγητού, για πολλά θαλάσσια ζώα.

Αφρούλα:- Οι πολύχρωμες θαλάσσιες ανεμώνες κυμάτιζαν στον ρυθμό του κυματισμού και του θαλάσσιου ρεύματος τα πλοκάμια τους αναζητώντας τροφή. Ένας αστερίας πιο κει να προσπαθεί να ανοίξει ένα μύδι για το μεσημεριανό του φαγητό. Όμως παρακάτω, όταν χρειάστηκε να βγουν στην ανοιχτή θάλασσα, έπρεπε να περάσουν από μια μεγάλη κηλίδα που η αρχή της ήταν σε ένα μεγάλο καράβι που περνούσε εκείνη την ώρα. Φαίνεται πως κάποιος ασυνείδητος από το πλήρωμα σκέφτηκε να αδειάσει τα βρόμικα νερά και τα παλιά λάδια των μηχανών του καραβιού στην ανοιχτή θάλασσα, με αποτέλεσμα να γεμίσει την περιοχή με λάδια και πετρέλαια τρεις φίλοι μας ένιωσαν να τους κόβεται η ανάσα.

Βυθούλα: -Κατέβηκαν πιο βαθιά στην προσπάθεια τους να ανασάνουν στο καθαρό νερό και να μην εισπνεύσουν πετρέλαιο, γιατί θα πέθαιναν. Ευτυχώς γι αυτούς η κηλίδα δεν είχε απλωθεί ακόμα σε μεγάλη έκταση, και έτσι γλίτωσαν τη ζωή τους.
Ραλλού:- Τι περίεργοι που είναι αυτοί οι άνθρωποι, είπε η κυρία Ραλλού η Χειλού όταν κατάφερε να πάρει πάλι ανάσα. Μολύνουν την θάλασσα πετώντας μέσα της διάφορα πράγματα που τους είναι άχρηστα. Σκουπίδια, δηλητήρια, λάδια και πετρέλαια. Θα έλεγε κανείς πως βάλθηκαν να εξοντώσουν όλα τα πλάσματα που ζουν σ’ αυτήν. Και μη νομίζετε ότι και τον αέρα που ανασαίνουν τον προσέχουν. Μια φορά άκουσα από ένα γλάρο ότι έχουν κάτι μεγάλα σπίτια που τα λένε εργοστάσια. Αυτά λοιπόν τα εργοστάσια, εκτός από τα διάφορα παλιόνερα και χημικά που μολύνουν τις θάλασσες και τα ποτάμια, βγάζουν από κάτι μεγάλους σωλήνες μαύρους καπνούς στον ουρανό μολύνοντας και τον αέρα που αναπνέουν.

Βυθούλα: -Τα δυο μικρά ζωάκια, άκουγαν με έκπληξη αλλά και λύπη την κυρία Ραλλού τη Χειλού, να τους διηγείται την καταστροφή που κάνουν οι άμυαλοι άνθρωποι στο περιβάλλον.

Αφρούλα: -Αλήθεια παιδιά εσείς δεν πετάτε φαντάζομαι τα σκουπίδια σας στην παραλία ή την θάλασσα. Ούτε και στην εξοχή όταν πηγαίνετε εκδρομές να αφήνετε σακούλες με σκουπίδια. Όλα αυτά κάνουν κακό στο περιβάλλον μας.

Η ΜΟΛΥΝΣΗ

Κάποια  μέρα  του  Μαγιού
ξεκινάει  μια  «χειλού»
ταξιδάκι  χαρωπό
στου  πελάγου  τον  αφρό,
στου  πελάγου  τον  αφρό.

Όλο  χάρη  κολυμπά
όμως  ξάφνου  συμφορά
έπεσε  σε  μια  λαδιά,
κλαίει  τώρα  στα  βαθιά,
κλαίει  τώρα  στα  βαθιά.

Πω, πω  βρώμα  στα  νερά
που  τα  σκέπασ’ η  λαδιά,
οι  σακούλες,  τα  σκουπίδια,  τα  χαρτιά.
Τα  πετρέλαια,  τα  γράσα,
δε  μπορώ  να  πάρω  ανάσα
δε  μπορώ  να  πάρω  ανάσα  βρε  παιδιά.

Τα  καράβια  σαν  περνούν
τα  απόβλητα  πετούν
είν’ οι  άνθρωποι  τρελοί
μας  λερώνουν  την  αυλή,
μας  λερώνουν  την  αυλή.

Καταστρέφουν  και  χαλούν
τη  ζωή  περιφρονούν
κι  έχουνε  μες  στο  μυαλό
μόνο  κέρδος  για  σκοπό,
μόνο  κέρδος  για  σκοπό.

Στίχοι:      Δ.Προβάδος
Μουσική: Β.Βαλαβάνης


Σκηνή Έβδομη: Η επίθεση του Αντώνη του Χταπόδη και η μάχη που επακολουθεί.

Βυθούλα: -Βγήκαν και πάλι στην καθαρή θάλασσα. Κάποια στιγμή η παρέα μας συναντήθηκε με ένα μεγάλο χταπόδι που κοιτούσε μέσα από το θαλάμι, που ήταν η φωλιά του, μη δει κανένα μεζέ να αρπάξει.

Αντώνης: -Τι ωραίο πράγμα είναι αυτό που κουβαλάς στην πλάτη σου κυρία Ραλλού Χειλού.  Δεν κουράστηκες να το κουβαλάς αυτό το βάρος; Δώσε το σε μένα να σε βοηθήσω να ξεκουραστείς.

Ραλλού: - Μπα δεν βαριέσαι κύριε Αντώνη Χταπόδη, δεν κουράστηκα καθόλου. Είναι τόσο ελαφρύς ο Κοσμάς ο Ερημίτης που ούτε καταλαβαίνω ότι τον κουβαλάω άλλωστε δεν τον έφερα μέχρι εδώ για χάρη σου.

Βυθούλα: -Ο Αντώνης ο Χταπόδης όταν είδε ότι με τις μαλαγανιές και τα παρακάλια δεν έβγαζε τίποτα, άφησε το γλυκό ύφος και άπλωσε το ένα από τα οκτώ πλοκάμια του να πιάσει τον Κοσμά τον Ερημίτη. Με ένα σπάσιμο της μέσης η κυρία Ραλλού η Χειλού απέφυγε το χταπόδι. Ευλύγιστη παρά το πάχος της. Ο Αντώνης ο Χταπόδης θύμωσε περισσότερο και, αφήνοντας μελάνι από το σώμα του, επιτέθηκε και πάλι. Παρά λίγο να τα καταφέρει αυτή τη φορά. Η άκρη του πλοκαμιού του άγγιξε το όστρακο του Κοσμά του Ερημίτη. Ευτυχώς τον έσωσε και πάλι η ευλυγισία της κυρίας Ραλλούς της Χειλούς, και το ότι κρατιόταν με όλη του τη δύναμη από την πλάτη του ψαριού.

Αφρούλα: -Όλη αυτή την ώρα ο Κοσμάς ο Ερημίτης είχε κλειστεί στο όστρακό του και το μόνο που περίσσευε, ήταν οι δυο δαγκάνες του που κρατούσαν τόσο σφιχτά το πτερύγιο της κυρίας Ραλλούς της Χειλούς, που όταν σταμάτησε η μάχη με τον Αντώνη τον Χταπόδη και το άφησε είδαν ένα μεγάλο σημάδι επάνω του από δαγκάνες.
Όσο για την φίλη μας τη Σούλα την Τσιπούρα, όταν ξεπέρασε τον αρχικό φόβο της που έκανε τα δόντια της να χτυπούν δυνατά, άρχισε να γυρνά γύρω- γύρω από το σημείο της μάχης και ξεφωνίζοντας σαν Ινδιάνος πολεμιστής έδινε κουράγιο στην κυρία Ραλλού την Χειλού.

Σούλα: - Προσοχή! έρχεται από δεξιά. Όχι από κει. Ωχ, ωχ πλησιάζει το πλοκάμι του. Άντε και του ξεφύγαμε.

Σκηνή Όγδοη: Εμφανίζεται η σμέρνα και ο Αντώνης τρέπεται σε φυγή.

Βυθούλα: -Ο Αντώνης ο Χταπόδης ετοιμάστηκε να επιτεθεί και πάλι. Όμως για καλή τύχη των φίλων μας και ιδιαίτερα του Κοσμά του Ερημίτη, τους έσωσε αυτή τη φορά η εμφάνιση μιας σμέρνας, που παίρνοντας χαμπάρι τη φασαρία που γινόταν έβγαλε το κεφάλι της από τη φωλιά της και κοιτούσε με ενδιαφέρον την σκηνή. Όπως θα ξέρετε παιδιά τα χταπόδια είναι ο καλύτερος μεζές για τις σμέρνες. Όταν λοιπόν ο Αντώνης ο Χταπόδης είδε τη σμέρνα με την άκρη του ματιού του και αισθάνθηκε τον κίνδυνο, παράτησε τους φίλους μας και κρύφτηκε γρήγορα-γρήγορα στο θαλάμι του.

Αντώνης: -Καλύτερα νηστικός παρά φαγωμένος.

Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ

Πώς θολώνει το νερό
Πώς φοβάμαι δε βαστώ
Θέλω να κρυφτώ στα βράχια
Και ανάμεσα στα φύκια.

Είμαι τόσο δα μικρούλης,
Όπως τα μικρά χαλίκια
Που είναι κάτω στο βυθό,
Κει θα πάω να κρυφτώ.

Είναι κίνδυνος μεγάλος
Το χταπόδι που γυρίζει
Και γυρεύει να με φάει,
Πες τε μου πώς θα σωθώ;

Στίχοι:      Δ.Προβάδος
Μουσική: Β.Βαλαβάνης


Αφρούλα: -Οι φίλοι μας αφού ξεπέρασαν και το εμπόδιο του χταποδιού, αναστέναξαν με ανακούφιση. Κολύμπησαν λίγο ακόμα και αντίκρισαν στο βάθος του νερού να διαγράφεται ο όγκος του μεγάλου υφάλου.

Σούλα: - Φτάνουμε, φτάνουμε φώναξε με χαρά η Σούλα η Τσιπούρα μόλις είδε να πλησιάζουν στη γειτονιά της, είμαι πολύ χαρούμενη που θα δω ξανά τη μαμά και το μπαμπά μου. Ανησυχώ βέβαια για τις φωνές που θα μου βάλουν γιατί δεν τους υπάκουσε και απομακρύνθηκε από κοντά τους με αποτέλεσμα να πιαστώ στο δίχτυ του ψαρά, το  θυμόσαστε παιδιά, έ;.

Σκηνή Ένατη: Η επιστροφή της Σούλας στο σπίτι της και η υποδοχή του Κοσμά. Προστίθενται η μητέρα και ο πατέρας της Σούλας.

Αφρούλα: -Η κυρία Κούλα η Τσιπούρα που εκείνη την ώρα ήταν στο σπίτι, ειδοποιημένη από τους γείτονες για την επιστροφή της κόρης της, ήταν όλο χαρά. Δεν είναι και μικρό πράγμα να επιστρέφει το παιδί σου αφού γλίτωσε τη ζωή του από τα δίχτυα του ψαρά και το τηγάνι.
Όμως έπρεπε να βάλει και μυαλό στη μικρή ανυπάκουη κόρη της για να μη ξανακάνει τέτοια πράγματα και τους κάνει όλους στο σπίτι άνω κάτω με τα καμώματά της.
Έτσι μόλις η μικρή παρέα έφτασε στο μεγάλο ύφαλο και αντίκρισε την κόρη της έκρυψε τη χαρά της και πήρε αυστηρό ύφος.

Κούλα: - Πού ήσουν βρε παλιόπαιδο; Ο μπαμπάς σου κι εγώ κατατρομάξαμε; νομίζαμε ότι σε χάσαμε για πάντα και πως δε θα σε βλέπαμε πια.

Βυθούλα: -Η μικρούλα Σούλα Τσιπούρα κατέβασε το κεφάλι της και δε μιλούσε. Τι θα μπορούσε να πει άλλωστε; η μητέρα της είχε δίκιο. Όμως επειδή η καρδιά της μάνας δεν μπορεί να κρατάει κακία του παιδιού της, η κυρία Κούλα η Τσιπούρα άνοιξε τα δυο της πτερύγια και έσφιξε στην αγκαλιά της τη μικρή άτακτη, που επέστρεψε στο σπίτι.
Τότε μόνο πρόσεξε την κυρία Ραλλού την Χειλού και το μικρούλι τον Κοσμά τον Ερημίτη.

Κούλα: - Ευχαριστώ γειτόνισσα που τη βρήκες και μου την έφερες. Σου χρωστάω μεγάλη χάρη για το καλό που έκανες στην οικογένεια μου. Σε ευχαριστώ, είπε στην κυρία Ραλλού την Χειλού συγκινημένη.
Ραλλού: - Τι λες κυρά γειτόνισσα. Υποχρέωσή μου. Κάθε καλός γείτονας θα έκανε ό,τι έκανα εγώ.

Η κυρία Κούλα η Τσιπούρα γυρίζει προς το μέρος του Κοσμά του Ερημίτη, που έτσι όπως δεν του έδινε κανείς σημασία μέχρι εκείνη την ώρα, είχε κιόλας μετανιώσει που άφησε την ακτή του και ακολούθησε τα δυο ψάρια. Καθόταν μουτρωμένος και σκεφτικός.

Κούλα: - Κι αυτός, ποιος είναι αυτός;
Ρωτάει την κόρη της η κυρία Κούλα η Τσιπούρα, και δείχνει τον Κοσμά τον Ερημίτη.

Σούλα: - Αυτός μαμά είναι ο φίλος μου ο Κοσμάς ο Ερημίτης. Αυτός με βοήθησε να περάσω τη νύχτα όταν βρέθηκα σε κείνο το άγνωστο μέρος που είχε το σπίτι του. Μου έκανε παρέα και έτσι δε φοβόμουν, μέχρι που μας βρήκε η κυρία Ραλλού η Χειλού και μας έφερε.

Ο φίλος μας ο Κοσμάς ο Ερημίτης χαμογελάει αμήχανα όση ώρα η μικρή Σούλα η Τσιπούρα εξηγεί στη μητέρα της γι’ αυτόν.

Κούλα: - Τότε πρέπει να ευχαριστήσω και τον φίλο μας. Σ’ ευχαριστώ και σένα παιδί μου που βοήθησες να σωθεί η κόρη μου. Αλλά τι καθόμαστε εδώ έξω και μιλάμε τόση ώρα. Περάστε μέσα στο σπίτι να σας τρατάρω κανένα γλυκό, να σας ευχαριστήσω και να γιορτάσουμε μαζί την επιστροφή της μικρούλας μου Σούλας.

Αφρούλα: - Αφού πέρασαν μέσα στην τρύπα του βράχου που ήταν το σπίτι της Σούλας της Τσιπούρας και της μητέρας της, και αφού τελείωσαν με τα τραταρίσματα και τις γιορτές, έπρεπε τώρα να δουν πού θα μείνει ο καινούριος φίλος τους στο μεγάλο ύφαλο, και να του βρουν ελεύθερο μέρος γιατί υπήρχαν πολλοί Ερημίτες και έπρεπε να μείνει κοντά τους αλλά όχι και να πάρει το μέρος κάποιου άλλου.

Νώντας: - Θα βρω αύριο το μεγάλο Ερημίτη που είναι Δήμαρχος στους Ερημίτες του υφάλου μας και έτσι θα έχεις Κοσμά Ερημίτη ένα δικό σου μέρος να κατοικήσεις. Για σήμερα κοιμήσου στο σπίτι μας.
Κοσμάς: -Ευχαριστώ πολύ κύριε.
Και βιάζεται να πάει να ξαπλώσει στη μεριά που του έδειξε η κυρία Κούλα Τσιπούρα.

Βυθούλα: -Την επόμενη μέρα, ο Κύριος και η κυρία Τσιπούρα, συνοδευόμενοι από τους δυο μικρούς μας φίλους, πήγαν στη γειτονιά των Ερημιτών και βρήκαν το Δήμαρχό τους. Ο κύριος Δήμαρχος τους περίμενε στο γραφείο του φορώντας το καλό του όστρακο που γυάλιζε στο πρωινό φως. Είχε βάλει αποβραδίς τη γυναίκα του να του το γυαλίσει για να κάνει καλή εντύπωση στο νεοφερμένο. Πώς ήξερε ότι το πρωί θα έχει επισκέψεις; μη ξεχνάτε πως το ήξερε και η κυρία Ραλλού η Χειλού, που βιάστηκε να τον ειδοποιήσει για τον ερχομό του Κοσμά. Σιγά μη το κρατούσε μυστικό.
Αφού τους υποδέχτηκε λοιπόν στο γραφείο του ο κύριος Δήμαρχος ξερόβηξε και  άρχισε το καλωσόρισμα .

Σκηνή Δέκατη: Στους φίλους μας προστίθεται και ο Δήμαρχος των ερημιτών

Δήμαρχος: - Ε… χμ… Καλωσορίζουμε το νέο μέλος του Δήμου των Ερημιτών και του ανοίγουμε την αγκαλιά μας. Ο Δήμος των Ερημιτών αγαπητέ φίλε…. Και, και, και, μπλα, μπλα, μπλα… 

Αφρούλα: -Πως άρεσε σ’ αυτό το ζωντανό να μιλά. Όταν άρχιζε τους λόγους ξεχνούσε να σταματήσει. Οι φίλοι μας περίμεναν με υπομονή το τέλος του Δημαρχιακού παραληρήματος.

Κούλα: -Που θα πάει θα τελειώσει κάποια στιγμή.
Λέει γυρίζοντας προς τον άντρα της και σιγά για να μην ακουστεί..
Μετά από αρκετή ώρα και αρκετά χασμουρητά φτάνει το τέλος της ομιλίας.

Αφρούλα: -Ο κύριος Δήμαρχος αφού συμβουλεύτηκε το χάρτη της περιοχής, βρήκε ένα ελεύθερο μέρος και το παραχώρησε στον Κοσμά τον Ερημίτη, που παρά τον φόβο που αισθανόταν για το νέο του ξεκίνημα στη ζωή ήταν και χαρούμενος όσο σκεφτόταν πως από δω και μπρος θα έχει παρέα. Οι τέσσερις φίλοι μας αφού τέλειωσαν με τον κύριο Δήμαρχο, πήγαν να βρουν το μέρος που όρισε για νέα κατοικία του Κοσμά του Ερημίτη, και να βοηθήσουν το μικρό τους φίλο στην εγκατάσταση του.……………………………………………………………………………………

Βυθούλα: -Οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες και τα χρόνια περνούσαν. Μεγάλωσαν πια οι δυο μικροί μας φίλοι, ο Κοσμάς ο Ερημίτης και η Σούλα η Τσιπούρα. Όλο αυτό το διάστημα που πέρασε έκαναν επισκέψεις ο ένας στον άλλον. Τίποτα δε σκίαζε τη φιλία τους. Η Σούλα η Τσιπούρα ήταν τώρα μαμά και είχε δικά της παιδιά και οικογένεια.
Όσο για το φίλο μας τον Κοσμά, εκείνος βρήκε μια όμορφη Ερημίτισσα και την παντρεύτηκε. Έκανε επί τέλους δική του οικογένεια και αποζημιώθηκε για την απόφαση που είχε πάρει να εγκαταλείψει την ακτή του και να έλθει να εγκατασταθεί στο μεγάλο ύφαλο.
Τώρα ήταν ευτυχισμένος. Είχε φίλους, είχε οικογένεια. Ίσως κάποια μέρα να γίνονταν και Δήμαρχος. Βλέπετε παιδιά όσο ωραία και να περνά κανείς μοναχός του, πάντα χρειάζεται παρέα για να είναι χαρούμενος.

Ψαράς: «Μες του Αιγαίου»
Συνεχίζει να ξεψαρίζει

Γιαγιά: - Αυτή ήταν η ιστορία παιδιά μου, ελπίζω να σας άρεσε, αλλά πριν φύγετε ελάτε να ακούσουμε το τραγούδι της γιορτής.

Σκηνή Ενδέκατη: Όλος ο θίασος επί σκηνής τραγουδά.

Η ΓΙΟΡΤΗ

Τρανό  τσιμπούσι  στήσανε
στου  ύφαλου  το  σπίτι,
που  γλύτωσε  γιορτάζουνε
η  Σούλα από το  δίχτυ.(2)

Δως του  τραγούδι  και  χαρά
Γιατί  σπιτάκι  βρήκαν
Για  το  καβούρι  τον  Κοσμά
Και  στο  χορό  πιαστήκαν.(2)

Δε  θα  είσαι  ερημίτης
τώρα  θα σαι  ιδιοκτήτης, τώρα  θα σαι  ιδιοκτήτης.
Θα χεις  σπίτι  με  αυλή
και  παρέα  τρομερή, και  παρέα  τρομερή.

Μπροστά  πηγαίνει  η  χειλού
και  πίσω  της  οι  άλλοι,
όλα  τα  ψάρια  του  βυθού
βγήκανε  στ’ ακρογιάλι.(2)

Χαρούμενα  χορεύουνε
πηδούν και  τραγουδάνε,
το  φιλαράκι  τον  Κοσμά
πειράζουν  και  γελάνε.(2)

Δε  θα  είσαι  ερημίτης
τώρα  θα σαι  ιδιοκτήτης, τώρα  θα σαι  ιδιοκτήτης.
Θα χεις  σπίτι  με  αυλή
και  παρέα  τρομερή, και  παρέα  τρομερή.

Στίχοι:      Δ.Προβάδος
Μουσική: Β.Βαλαβάνης


ΤΕΛΟΣ - ΑΥΛΑΙΑ

                             Δ Σ. Προβάδος - Βιογραφικό σημείωμα.

Γεννήθηκε στην Αθήνα όπου και έλαβε την βασική εκπαίδευση. Στην συνέχεια κατατάχτηκε στο Π Ναυτικό όπου υπηρέτησε σε διάφορες Υπηρεσίες και π. πλοία ως Υπαξιωματικός και στην συνέχεια ως Αξιωματικός μέχρι και την αποστρατεία του. Στην Έδεσσα είναι εγκατεστημένος τα τελευταία πέντε (7) χρόνια..
Παρακολούθησε για μια πενταετία μαθήματα Βυζαντινής μουσικής και Υμνωδίας, στην σχολή της ιεράς μητροπόλεως  Βεροίας Ναούσης και Καμπανίας με δάσκαλο τον Ιορδάνη Κουτσουμανή. Παρακολούθησε επίσης σεμινάρια Θεάτρου και Κινηματογραφικής κριτικής.
 Χάρις στην φιλική του σχέση με τον Βεροιώτη  μουσικό Δ Σωτηρίου, και με αφορμή την συνεργασία μαζί του, αξιοποιεί τις εγκυκλοπαιδικές  γνώσεις του γύρω από την ελληνική δισκογραφία κάνοντας παραγωγές μουσικών ραδιοφωνικών εκπομπών, πολιτιστικές εκπομπές, αλλά και εκπομπές ποικίλου ενδιαφέροντος (magazino).
Είχε δυο εκπομπές στο ραδιοφωνικό σταθμό Ηχόραμα. Τρεις ημέρες την εβδομάδα την ωριαία μουσική εκπομπή «Στιγμές στο ελληνικό τραγούδι», και την ωριαία καθημερινή ενημερωτική εκπομπή γύρω από τα πολιτιστικά θέματα του Νομού Ημαθίας, «Πολιτιστικά δρώμενα». Ήταν συντάκτης και αρθρογράφος για θέματα Πολιτισμού στην εβδομαδιαία εφημερίδα της Βέροιας «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» και συντάκτης των εβδομαδιαίων εφημερίδων της Βέροιας «ΒΕΡΟΙΑ» και «Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ», στο Πολιτιστικό και Καλλιτεχνικό ρεπορτάζ. Άρθρα και συνεντεύξεις του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς  και στην δεκαπενθήμερη εφημερίδα της Βέροιας «ΚΑΙΡΟΙ». Επίσης ήταν Ιδιοκτήτης και διαχειριστής του Ηλεκτρονικού Πολιτιστικού Περιοδικού «ΠΡΟΒΟΛΕΑΣ».
Ήταν τακτικό μέλος της “Ένωσης Συντακτών Περιοδικού Τύπου Β. Ελλάδος” και τακτικό μέλος του Πειθαρχικού της Ένωσης. Είναι μέλος του “Συλλόγου Βιβλιόφιλων Έδεσσας” και για δυο χρόνια υπήρξε Αντιπρόεδρος του συλλόγου.
Ο Δημήτριος Προβάδος με την στιχουργική τη συγγραφή παραμυθιών και τη θεατρική γραφή, ασχολείται τα τελευταία 15 χρόνια. Το παραμύθι «Κοσμάς ο ερημίτης είναι το πρώτο από μια σειρά τεσσάρων παραμυθιών για παιδιά και ένα παραμύθι για εφήβους και ενήλικες, αλλά και το πρώτο κείμενο που γίνεται θεατρικό.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Σ. ΠΡΟΒΑΔΟΣ dprovados@yahoo.gr


Λεξιλόγιο
* Πάγουρος ή Ευπάγουρος: Κοινό όνομα πολλών καρκινοειδών της οικογένειας των Παγουριδών, χαρακτηρίζονται από τις ασύμμετρες δαγκάνες και τη μαλακή κοιλιά. Οι πάγουροι προστατεύονται εισχωρώντας σε άδεια κοχύλια των Γαστεροπόδων. Συνηθισμένο στη Μεσογειακή θάλασσα το Eupagurus bernhardus (Βερνάρδος ο ερημίτης).
**Ξεψαρίσμα: Το μάζεμα των ψαριών από το δίχτυ.
***Τραγάνα: Είδος βυθού