Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟ ΟΔΥΣΣΕΑΣ


Στο καφενείο το μικρό στην παραλία
ήρθε μια νύχτα σκοτεινή, μια νύχτα κρύα,
ένα γερόντιο μαραμένο και κακόπαθο,
με το σαλβάρι του σκισμένα το κακόρικο.
Φορούσε στο λευκό κεφάλι του κασκέτο
παράγγειλε του καφετζή “καφέ σκέτο”.
Κάθισε μόνος στη γωνιά του αμίλητος,
κοίταζε μοναχά τη θάλασσα ανήσυχος.
Βαρύς καιρός, φουρτούνα, καταιγίδα,
τα μπάρκα στου θανάτου την παγίδα.
Σκεπτόταν τα ταξίδια του τα αλλοτινά,
στη Μαύρη Θάλασσα, στο Αιγαίο, στα νησιά,
στην Μπαρμπαριά και στις Βαλεαρίδες,
στις Αιολίδες νήσους και στις μακρινές Εβρίδες.
Την Κίρκη αναθιβάλει και τη Ναυσικά,
πίσω γυρνά στα χρόνια του τα νεανικά.
Θυμάται τη Σεράχ, τη Μισιρλού,
μα το μυαλό του τρέχει και αλλού.
Ξάφνου η όψη σκοτεινιάζει του και σπάει,
με τους παλιούς συντροφοναύτες να μπαρκάρει
θέλει και πάλι, τι κι αν πέρασαν τα χρόνια,
της θάλασσας η αγάπη μένει αιώνια.
Αιώνιος ναύτης και θαλασσοπόρος μένει,
η θάλασσα μοναδική του αγαπημένη.

Marinero

ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ 3


Πικρό πουλί της ξενιτιάς
και των σκληρών ανέμων,
της τρικυμίας αδελφέ,
κυμάτων καβαλάρη,
θαλασσοπούλι μου μικρό,
λουλούδι της αυλής μου.
Πότε θε να ρθει ο καιρός
που πίσω θα γυρίσεις,
στης μάνας σου την αγκαλιά,
στο ταπεινό σου σπίτι,
που καρτερούν το γυρισμό
μαζί και μια κοπέλα
που κατεβαίνει στο γιαλό,
στο κλάμα βουτηγμένη
και περιμένει την στιγμή
και καρτερά την ώρα,
που θα ρθεις πάλι στο νησί
να την γλυκοφιλήσεις,
στην αγκαλιά σου να κρυφτεί,
γυναίκα, σύντροφός σου.

Marinero

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ...


Βγαίνει σεργιάνι ένας Θεός
απ΄το βαθύ σκοτάδι
και πλημμυρίζει από φως
το βράδυ κι απ΄ αγάπη.

Βγαίνει σεργιάνι και γελά
κι αναγαλλιάζει η φύση,
αναγαλλιάζουν τα δεντρά
και Άνοιξη μυρίζει.

Βγαίνει σεργιάνι ένας Θεός
κι η μέρα ξημερώνει,
απ΄το ψηλό-ψηλό βουνί
το άσπρο χιόνι λειώνει.

Βγαίνει σεργιάνι ο Έρωτας
κι οι κορασιές γελούνε,
κόκκινα βάφει μάγουλα
κι οι νέοι τραγουδούνε.

Γιατί είναι ο Έρωτας Θεός
κι ως βγαίνει στο σεργιάνι,
κανένας άνθρωπος θνητός
να φύγει του δεν φτάνει.

Marinero



Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΑΝΟΙΞΗ


Όπως η Άνοιξη στην πόλη
μπαίνει μαζί με χελιδόνια,
έτσι κι ο έρωτας σημαίνει
με τα λουλούδια και τ΄ αηδόνια.

Έτσι κι ο γιος της Αφροδίτης
ζυγώνει με την Πασχαλιά
και κοκκινίζει όπως το αίμα,
λουλούδια, μάγουλα, παιδιά.

Της Άνοιξης χορεύουν τ΄ άστρα
κι η θάλασσα αναριγά
και τα κορίτσια στα αγόρια,
γυρεύουν όρκους και φιλιά.

Λόγος Θεός κι Έρωτας Πόθος,
Θεοί, Ημίθεοι, θνητοί,
Ίμερους γεύονται, Υμεναίους ψάλουν,
η Άνοιξη κυριαρχεί.
Marinero

Στιχούργημα - αίνος στον Θεό των πάντων τον Έρωτα.

ΑΠΟΨΕ


Απόψε μοσχοβόλησε,
το σπίτι και ο κόσμος
γέμισε ανθούς πορτοκαλιάς,
και μ΄ άρωμα βιολέτας.
Είναι που ήρθε η Άνοιξη
κι η Πασχαλιά με τ΄ άνθη
και η λαμπρή Ανάσταση
να σώσει τους ανθρώπους.

Marinero

ΧΟΡΟΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ


Παλεύει η αγάπη να ξεφύγει απ΄ το σκοτάδι,
το φως παλεύει να ξεφύγει απ΄ την αχλή
κι εσύ κρατάς ακόμα την ψυχή σου
που όλο χορεύει στη νύχτα μοναχή.
Κρατάς στα χέρια το δοξάρι κι η καρδιά σου,
όλο ζητά τα τέλια της βροχής,
σκοπό να παίξει που δεν έπαιξε κανένας
κι ούτε ακούστηκε ποτέ του στη σιωπή.
Το σήμερα κρατά στην αγκαλιά του,
το αύριο μη του ξεφύγει και φανεί
και μείνει μοναχό στην ερημιά του,
δίχως τραγούδι ή σκοπό, δίχως φωνή.
Παλεύει η αγάπη να ξεφύγει απ΄ το σκοτάδι,
το φως παλεύει να ξεφύγει απ΄ την αχλή
κι εσύ κρατάς ακόμα την ψυχή σου
που όλο χορεύει στη νύχτα μοναχή.

Marinero

Έμπνευση της στιγμής που περιγράφει τον μάταιο(;) αγώνα εξανθρωπισμού