Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Ο ΠΕΙΡΑΤΗΣ


Στη θάλασσα των Σαργασών,
αντάμωσα ένα ναύτη,
με το ΄να μάτι του κλειστό
και στο ένα χέρι γάντζο.
Στο΄ αυτί του το αριστερό
φορούσε σκουλαρίκι
κι ήταν ζωσμένος με σπαθί
και δυο παλιά κουμπούρια.
Είμαι μου είπε Πειρατής,
που λεν τα παραμύθια
κι οι ιστορίες της θάλασσας,
για ναύτες και Κουρσάρους.
Ήρθα σε σένα ακάλεστος
μα ξέρω ότι θέλεις
μια ιστορία να σου πω,
απ΄ τα παλιά τα κούρση*
κι απ΄ τα ρεσάλτα που έκανα,
κούρσος να διαγουμίσω.**
Κι αν με ρωτήσεις ποιο νησί
κρατάει φυλαγμένο το θησαυρό
που έκρυψα σ΄ ένα παλιό σεντούκι,
μην περιμένεις να σου πω,
ούτε θα ομολογήσω
πού έκρυψα τον χάρτη του
να πας για να τον εύρεις.
Μον θα σου πω πως έχασα
το μάτι και το χέρι,
σαν έπεσε μια κανονιά
κι έσπασε το κατάρτι,
κι έπεσε πα στο χέρι μου
και μια σκλήθρα στο μάτι
και από τότε τριγυρνώ
σακάτης και διηγούμαι
την άθλια ιστορία μου,
σε όποιον με κεράσει.
Κέρνα ένα ρούμι να σου πω,
την ιστορία ν΄ αρχίσω

Marinero




*Το κούρσος λεηλασία, πλιάτσικο πληθυντικός τα κούρση.
**Διαγουμίζω < μεσαιωνική ελληνική < πιθανόν διαγουμᾶς < τουρκική yağma (λεηλατώ, αρπάζω πράγματα που δε μου ανήκουν )

Δεν υπάρχουν σχόλια: